Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Turkey vs Germany σημειώσατε τί; (Τα αίτια της πολιτικής και διπλωματικής κλωτσοπατινάδας μεταξύ Άγκυρας και Βερολίνου, το πραξικόπημα της 15/7/2016 και τα αποτελέσματά του, έναν χρόνο μετά).




Έναν χρόνο, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου​ 2016, από τους κεμαλιστές αξιωματικούς και το δίκτυο του ιμάμη Fethullah Gülen, κατά του προέδρου της Τουρκίας Recep Tayyip Erdoğan και τα όσα ακολούθησαν, τα πράγματα, ως προς τους εξωτερικούς διοργανωτές του τραγελαφικού αυτού εγχειρήματος και τις επιδιώξεις τους έχουν, αρκούντως, ξεκαθαρίσει.

Όσον αφορά το βαθύ αμερικανικό κράτος - και τα όργανά του, δηλαδή την CIA και το ΝΑΤΟ -, ήταν, ευθύς εξ αρχής, φανερό ότι το πραξικόπημα των κεμαλιστών και των γκιουλενιστών υπήρξε ένα δικό του έργο.

Η διοίκηση του Barack Hussein Obama, μέσα στον τεράστιο πανικό της, από όσα συνέβαιναν, στο παρασκήνιο και με δεδομένη την κλασική αλαζονεία της αμερικανικής υπερδύναμης, η οποία συνίσταται στην πεποίθηση ότι όλοι πρέπει να συμπεριφέρονται, όπως η ίδια επιθυμεί και ότι, όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε τα όργανά της έχουν την επιχειρησιακή ικανότητα να πράττουν ό,τι θέλουν, αποπειράθηκε, σε συνεργασία, με τα απομεινάρια του κεμαλικού στρατιωτικού κατεστημένου και το διαβρωμένο, από την CIA, δίκτυο των γκιουλενιστών, να ανατρέψει τον πρόεδρο της Τουρκίας και την κυβέρνηση των ισλαμιστών του AKP, με τον μόνο τρόπο, που υποτίθεται ότι μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό των σχεδιαστών του επιτελείου της Ουάσινγκτων. Με ένα κλασικό στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο η αμερικανική πρεσβεία, στην Άγκυρα, όπως προκύπτει από το παραπάνω μήνυμά της, προς τους Αμερικανούς πολίτες, που ήσαν στην Τουρκία, εκείνο το βράδυ, χαρακτήριζε, ως ... "τουρκικό ξεσηκωμό".

Το γεγονός ότι αυτή η απόπειρα απέτυχε παταγωδώς, απλώς, δείχνει την ηλιθιότητα και την ανικανότητα των σχεδιαστών και των εκτελεστών του βλακώδους και ουσιαστικά, απονενοημένου εγχειρήματος. Η Ουάσινγκτων, πλέον, δεν έχει την ικανότητα να σχεδιάζει και δεν έχει την δύναμη να φέρει, σε πέρας, πραξικοπήματα. Οι παλαιοί "ωραίοι" καιροί, κατά τους οποίους "τα δικά μας παιδιά" (όπως αποκαλούσαν, στην CIA τους πραξικοπηματίες, που είχαν, υπό την κηδεμονία τους) επιτύγχαναν την ανατροπή των, εκάστοτε, ανεπιθύμητων ηγετών, σε οποιαδήποτε γωνιά της υφηλίου, πέρασαν, ανεπιστρεπτί.

Όμως, στο αμερικανονατοϊκό πραξικόπημα της 15/7/2016, δεν ήταν, μόνο, η CIA και οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, που έδρασαν. Οι Αμερικανοί, βέβαια, αποτελούσαν το big boss του όλου εγχειρήματος, αλλά, στην όλη υπόθεση υπήρξε και συμμετοχή τουλάχιστον, ενός guest star, ο οποίος συνέπραξε, στην διεξαγωγή του πραξικοπήματος. Με δεδομένο το γεγονός της συμμετοχής του ΝΑΤΟ, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε αυτόν τον guest star. Κάθε άλλο.

Ο εντοπισμός είναι πολύ εύκολος, αφού το κράτος, που συμμετείχε, στον σχεδιασμό του πραξικοπήματος, προφανώς, είναι μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας και είχε στρατιωτική παρουσία, στην βάση του Ιντσιρλίκ, η οποία έλαβε μέρος και στον επιτόπιο σχεδιασμό και στην υλοποίηση του πραξικοπήματος. Στο πραξικόπημα, λοιπόν, εκτός από τις Η.Π.Α., είχε συμμετοχή μια χώρα του ΝΑΤΟ. Μια ευρωπαϊκή χώρα. Τα πράγματα, τώρα, γίνονται περισσότερο ξεκάθαρα.

Η πολιτική και η διπλωματική κλωτσοπατινάδα, που εκτυλίσσεται, ανάμεσα, στο τουρκικό και το γερμανικό κράτος, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, που έχει μεσολαβήσει, από την 15η Ιουλίου 2016, μέχρι και σήμερα, δείχνει ποιος είναι αυτός ο guest star.

Η κυβέρνηση της Angela Merkel, οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες [η BND (Bundesnachrichtendienst)] και το τμήμα των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, που ήταν στο Ιντσιρλίκ, σύμφωνα με την τουρκική κυβέρνηση, συμμετείχαν, στο πραξικόπημα, ως κολαούζοι των Αμερικανών και φυσικά, η διαρκής διαπόμπευση του γερμανικού κράτους είναι ένα από τα τιμήματα, που καλείται να πληρώσει η Γερμανία, για την αστοχασιά της αυτή.

Όλα αυτά η τουρκική ηγεσία τα γνώριζε, από πολύ νωρίς και πάντως, πριν από την διεξαγωγή του πραξικοπήματος και απλώς, τα επιβεβαίωσε, όταν άρχισε να εξαρθρώνει το δίκτυο των πραξικοπηματιών. Άλλωστε, αυτό δεν ήταν, καθόλου, δύσκολο, αφού οι αθρόες συλλήψεις, που έγιναν, κατά την διάρκεια και μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος, οδήγησαν, στο άνοιγμα πολλών στομάτων και στην αποκάλυψη των όσων είχαν σχεδιασθεί.

Έτσι, ήδη, από τα ξημερώματα της 16ης Ιουλίου 2016, η MIT του Hakan Fidan και η τουρκική αστυνομία συνέλαβαν τον στρατιωτικό διοικητή της επαρχίας Χατάϊ, τον οποίο ανέκριναν και πληροφορήθηκαν ότι όλη η διαδικασία του έμπρακτου σχεδιασμού του πραξικοπήματος είχε ξεκινήσει, πριν από τρεις μήνες, στην νατοϊκή βάση του Ιντσιρλίκ, με την παρουσία Αμερικανών αξιωματικών, που καθοδήγησαν και εκπαίδευσαν τους πιλότους, που βομβάρδισαν το προεδρικό μέγαρο και την τουρκική εθνοσυνέλευση, στην Άγκυρα και επιτέθηκαν, στο ξενοδοχείο της Μαρμαρίδας, στο οποίο διέμενε ο Recep Tayyip Erdoğan.

Βέβαια, οι πραξικοπηματίες απέτυχαν να βρουν τον Τούρκο πρόεδρο, παρά τις πληροφορίες, που είχαν δοθεί, από τον γραμματέα του, επί των στρατιωτικών ζητημάτων, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα πράγματα. Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι ότι η αποτυχία αυτή οφείλεται, στο γεγονός ότι ο Τούρκος πρόεδρος ήταν ενημερωμένος και έφυγε, από το ξενοδοχείο, πριν φθάσουν οι πραξικοπηματίες, οι οποίοι, για κακή τους τύχη, δεν τον βρήκαν, εκεί.




15/6/2016 Οι πραξικοπηματίες βομβαρδίζουν το ξενοδοχείο, στην Μαρμαρίδα, όπου διέμενε, κάνοντας τις καλοκαιρινές του διακοπές, ο Recep Tayyip Erdoğan, αλλά δεν τον βρίσκουν εκεί. Είχε ειδοποιηθεί και είχε φύγει...



Έτσι, ένα από τα τρία ελικόπτερα, που κτύπησαν το ξενοδοχείο, καταρρίφθηκε και όλοι όσοι επέβαιναν, σε αυτό - μαζύ με τον πιλότο του, που ήταν εκείνος, ο οποίος είχε καταρρίψει το ρωσικό Suhoy, στον εναέριο χώρο των συροτουρκικών συνόρων, τον Νοέμβριο του 2015, μετά από εντολή του, τότε, πρωθυπουργού Ahmet Davutoğlu  και υπό την καθοδήγηση του ΝΑΤΟ - έχασαν την ζωή τους. Το δεύτερο ελικόπτερο ήταν αυτό, που ο πιλότος και οι επιβάτες του, το οδήγησαν, στο ελληνικό έδαφος και για τους οποίους έγινε όλος αυτός ο θόρυβος, για το, εάν έπρεπε, ή δεν έπρεπε να εκδοθούν, στην Τουρκία, ενώ η τύχη του τρίτου ελικοπτέρου δεν έχει γίνει γνωστή.

(Με δεδομένη την, εντελώς, βρώμικη και πρακτόρικη μεθόδευση του πραξικοπήματος, που διεξήγαγε το βαθύ αμερικανικό κράτος και η κυβέρνηση του ανεκδιήγητου Barack Hussein Obama, του έγχρωμου αφεντικού των κεμαλιστών και γκιουλενιστών αξιωματικών, οι Τούρκοι πραξικοπηματίες, που επέβαιναν, στο ελικόπτερο, σκέπτομαι ότι, κανονικά, θα έπρεπε να εκδοθούν, στην Άγκυρα, για να βρουν την τύχη, που τους αξίζει. Αυτό δεν έγινε, αφού το ελληνικό δικαστικό σύστημα δεν δέχτηκε το αίτημα της τουρκικής κυβέρνησης, αν και σε άλλες περιπτώσεις, είχε κρίνει διαφορετικά. Βέβαια, η απόφαση αυτή έχει στερεή νομική βάση, αλλά αποτελεί ερώτημα το εάν η απόφαση αυτή ελήφθη, με αποκλειστικά νομικά κριτήρια).

Η αποτυχία του πραξικοπήματος έχει φέρει, στην επιφάνεια, την πραγματοποίηση όλων των φόβων, που οδήγησαν το βαθύ κράτος της Ουάσινκτων, στην προσπάθεια της ανατροπής του Recep Tayyip Erdoğan. Και οι φόβοι αυτοί, που είχαν φθάσει, στα όρια του πανικού, αφορούσαν - πέραν από την πολιτική αυτονόμησης της Τουρκίας, από την αμερικανονατοϊκή επιρροή και καθοδήγηση, την οποία η Ουάσινγκτων, μπορούσε, μέχρις ενός σημείου, να ανεχθεί - την προσέγγιση του Τούρκου προέδρου, με την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Αυτή η προσέγγιση είχε αρχίσει να γίνεται, ήδη, από τον Ιούνιο του 2016 και οδήγησε το επιτελείο της Ουάσινγκτων, στις σπασμωδικές κινήσεις της 15/7/2016 και στην παταγώδη αποτυχία του τραγελαφικού πραξικοπήματος.

Η προσέγγιση, με την Ρωσία ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η τουρκική κυβέρνηση, μετά την απομάκρυνση, από την πρωθυπουργία, του φιλοαμερικανού Ahmet Davutoğlu, είχε αντιληφθεί ότι η αμερικανική πολιτική του προσεταιρισμού των Κούρδων της Συρίας του YPG και των Κούρδων της Τουρκίας του PKK, που στρεφόταν, κατά των συμφερόντων του τουρκικού κράτους, δεν μπορούσε να αναχαιτισθεί. Οι προτάσεις των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, στην Αντιόχεια, ενώπιον εκπροσώπων του PKK, του YPG και του συριακού FSA, δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, από τον Τούρκο πρόεδρο και την κυβέρνηση του Binali Yıldırım

Αυτό, που πανικόβαλε την Ουάσινγκτων (η οποία, με περισσή αλαζονεία, ανάμεικτη με ηλιθιότητα, απειλούσε, μέσω του ελεγχόμενου, από αυτήν, αμερικανικού τύπου, την Άγκυρα, με την διεξαγωγή πραξικοπήματος, νομίζοντας ότι ο Recep Tayyip Erdoğan ήταν ... Manuel Norriega), ήταν η επιστολή της συγγνώμης, που ζήτησε ο Τούρκος πρόεδρος, από τον Βλαντιμίρ Πούτιν, για την κατάρριψη του ρωσικού Suhoy. Αυτή η πράξη ήταν αποτέλεσμα της συνάντησης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών, με την MIT και ένα τμήμα του FSA, στο Γκαζιαντέπ και η ρωσοτουρκική συμφωνία, που προέκυψε, για την καταπολέμηση του ISIS και του YPG, ταυτοχρόνως, γεγονός, το οποίο σήμαινε ότι οι αμερικανικές προτάσεις είχαν απορριφθεί, άνευ επαίνων.

Τότε, ήταν, που ελήφθη, στην Ουάσινγκτων, η απόφαση, για την επίσπευση του σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος. Μόνο, που οι Αμερικανοί και οι νατοϊκοί έσπασαν τα μούτρα τους.

Έχοντας υπόψη όλα αυτά τα δεδομένα, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της ενδημικής βλακείας, της παροιμιώδους επιχειρησιακής ανικανότητας και της απύθμενης υποκρισίας των Αμερικανών και των Γερμανών κολαούζων τους, όσον αφορά τις ... "δημοκρατικές ελευθερίες" του τουρκικού λαού, τις οποίες όλη αυτή η κακόγουστη δυτική κουστωδία είχε αποπειραθεί να καταστείλει, με την επιβολή μιας στρατιωτικής δικτατορίας, στην οποία θα συμμετείχε ένα πλήθος από αξιωματικούς, πολιτικούς και διάφορα μέλη της "πνευματικής" ελίτ της γειτονικής χώρας.

Παρά το γεγονός ότι το κόμμα και η κυβέρνηση των Τούρκων ισλαμιστών και ο Recep Tayyip Erdoğan έχουν εκμεταλλευθεί την όλη κατάσταση, που, ανοήτως και αστόχαστα, δημιούργησε η Ουάσινγκτων, το Βερολίνο και το ΝΑΤΟ του απίστευτου Jens Stoltenberg (τον οποίο, ίσως και να μην είχαν, καν, πληροφορήσει για το πραξικόπημα, τα αφεντικά του) και έχουν εξαπολύσει ένα κύμα εκφοβισμού των πολιτικών αντιπάλων τους και πιθανότατα, έχουν συλλάβει και ανθρώπους, οι οποίοι δεν συμμετείχαν, στο πραξικόπημα και δεν γνώριζαν τίποτε, γι' αυτό, δεν μπορούμε, παρά να καγχάσουμε και να γελάσουμε, ηχηρότατα, με την καρδιά μας, για όλο αυτό το show της επίδειξης υποκρισίας, παραπληροφόρησης και αποπροσανατολισμού, στο οποίο επιδίδονται οι Αμερικανοί και οι Γερμανοί υποτακτικοί τους.

Και καλά, ως προς τους Αμερικανούς. Αυτοί είναι πιο συγκρατημένοι και απολύτως, μετρημένοι, διότι γνωρίζουν ότι διέπραξαν μια ανοησία. Οι Γερμανοί, όμως, είναι, απολύτως, ξεκαρδιστικοί, με τα καμώματά τους. Επιχειρούν, με ένα κωμικοτραγικό θράσος χιλίων πιθήκων να παρουσιασθούν, ως αμύντορες της ... δημοκρατίας, την οποία προσπάθησαν, στην περίπτωση της Τουρκίας, να καταλύσουν, επειδή δεν τους αρέσει το γεγονός ότι η παρούσα τουρκική ηγεσία προσπαθεί να κατοχυρώσει την αυτονομία του κράτους της και υπερασπίζεται τα συμφέροντά του (ακόμη και όταν κάποια και πολλά, από αυτά είναι, κακώς, εννοούμενα).

Ακόμη χειρότερα, καθίστανται τα πράγματα, για την γερμανική πολιτική τάξη, όταν την υπεράσπιση των ... δημοκρατικών δικαιωμάτων του τουρκικού λαού αναλαμβάνουν πολιτικοί, που προέρχονται, από το SPD, το αποσυντιθέμενο κόμμα της σοσιαλδημοκρατίας του εγκλήματος και της προδοσίας, σαν τον Sigmar Gabriel και τον Frank-Walter Steinmeier, τους οποίους ο Recep Tayyip Erdoğan και η τουρκική κυβέρνηση έχουν πάρει, στον μεζέ και τους δουλεύουν κανονικότατα, αρνούμενοι να επιτρέψουν, στους Γερμανούς βουλευτές να επισκεφθούν τους Γερμανούς στρατιωτικούς, που υπηρετούσαν, έως πρόσφατα, στο Ιντσιρλίκ (από όπου υποχρεώθηκαν να τα μαζέψουν και να φύγουν), ή στο Ικόνιο.

Και φυσικά, οι Τούρκοι ηγέτες πράττουν, ορθώς, αφού γνωρίζουν, πολύ καλά, ότι η ίδια η παρουσία του Τούρκου προέδρου και της κυβέρνησης των ισλαμιστών εκνευρίζει την Angela Merkel, τον Wolfgang Schäuble και όλους τους άλλους, διότι τους θυμίζει την παταγώδη αποτυχία τους να τους ανατρέψουν και την πολιτική βλακεία, που έκαναν, ακολουθώντας τους Αμερικανούς, στην υλοποίηση αυτού του αποτυχημένου σχεδιασμού, τα αποτελέσματα του οποίου καλούνται να πληρώσουν. Και τα οποία θα εξακολουθήσουν να πληρώνουν, μέσα από τον διαρκή διασυρμό και τον εξευτελισμό τους.

Ως εκ τούτου, ο αγώνας Γερμανίας - Τουρκίας (Angela Merkel - Recep Tayyip Erdoğan) σημειώνεται, με καθαρό 2 και είναι - και θα είναι - πολύ διασκεδαστικός, λόγω του δεδομένου διασυρμού του γερμανικού πολιτικού κόσμου, ο οποίος έχει επιδοθεί, σε έναν αγώνα, ο οποίος είναι ασύμμετρος και στον οποίο η Γερμανία δεν μπορεί να ανταποκριθεί, αφού ο αντίπαλος είναι σκληρός, αποτελεί μια ανερχόμενη περιφερειακή δύναμη και μπορεί να βλάψει και εσωτερικά, το γερμανικό πολιτικό κατεστημένο, το οποίο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει μπροστά του, την διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών.

Σε κάθε περίπτωση, η όλη υπόθεση μέλλεται να έχει άφθονο γέλιο...



Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η δραματική πτώση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ως βασική αιτία της τεράστιας υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και η παταγώδης αποτυχία της αναβίωσης του "Νόμου του Jean-Baptiste Say". (Τα αδιέξοδα και οι ολέθριες επιπτώσεις της κρατούσας θεωρίας των ευρωζωνικών ελίτ, περί της κυριαρχίας του "Νόμου των αγορών").




Η έλευση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και η μετατροπή της, σε μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική ύφεση, έδωσε την ευκαιρία, στις διεθνείς ελίτ και ιδιαίτερα, στις κυριαρχούσες παρακμιακές ελίτ της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", με έμφαση, στις ελίτ της ευρωζώνης, να αναβιώσουν τον (προ πολλού χρόνου, εκμετρήσαντα τον βίο του) "Νόμο του Jean-Baptiste Say", ως μια θεωρία, που απεικονίζει την πραγματικότητα. 

Για να είμαι, μάλιστα, ακριβής, ως προς τις αληθείς επιδιώξεις των, εν λόγω, ελίτ, η κρίση αυτή τους έδωσε την ευκαιρία να αποπειραθούν, με περισσή επίμονη και συστηματική προσπάθεια, να προσαρμόσουν και να καναλιζάρουν την πραγματικότητα, στους κανόνες και στις νόρμες του "Νόμου του Say", στον οποίο θέλησαν να αποδώσουν τα εχέγγυα της αντικειμενικής επιστημονικής κατασκευής, που ουδέποτε είχε, ακόμη και τότε, που αυτός και οι αξιωματικές παραδοχές του, στην εποχή του απλού ανταγωνιστικού καπιταλισμού των ελεύθερων αγορών των ατομικών παραγωγών και των μικρών επιχειρήσεων, μπορούσαν να βρίσκονται κοντά, στα δεδομένα της οικονομικής δραστηριότητας.

Και φυσικά, όλα αυτά τα πράττουν, σύμφωνα, με τα συμφέροντα, που αυτές οι παρακμάζουσες ελίτ έχουν και τα οποία υπερασπίζονται, αφήνοντας, στην άκρη, τα αξιώματα του "Νόμου του Say", που έρχονται, σε αντίθεση, με την τεράστια δύναμη, που έχουν, στην αγορά και στην διαμόρφωση, των επιπέδων των τιμών και των κερδών (που είναι, αρκούντως, δύσκαμπτα, έως ανελαστικά και ουδόλως, εύκαμπτα και ελαστικά, παρά τις σχετικές αξιωματικές παραδοχές του "Νόμου του Say") οι υπερμεγέθεις πολυεθνικές και λοιπές μεγάλες γραφειοκρατικές επιχειρήσεις του αποκαλούμενου, ως ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. 

Ο πίνακας, που, παραπάνω, παρουσιάζω και ο οποίος περιγράφει την διαχρονική, επίμονη και συστηματική προσπάθεια, που οι ευρωθεσμοί καταβάλλουν, για να επιτύχουν μια, τεράστιας έκτασης, συρρίκνωση του σύγχρονου κράτους και την αποξένωσή του, από τον κλασικό ρόλο του σταθεροποιητή των επιπέδων της ολικής αγοραστικής δύναμης και της οικονομίας, ως λειτουργικού και αποτελεσματικού συνόλου, που του επιφύλασσαν τα κεϋνσιανά οικονομικά, είναι μια μερική, μεν, αλλά πολύ σημαντική, δε, απόδειξη της προσπάθειας αυτής, η οποία συνίσταται, στην, όσο το δυνατόν, μεγαλύτερη επαναφορά των κανόνων λειτουργίας των κλασικών νόμων της - υποτιθέμενης ως - ελεύθερης αγοράς, που ταυτίζονται με και περικλείονται στον περίφημο αυτόν "Νόμο του Say".

Για το περιεχόμενο του νόμου αυτού έχουμε κάνει, στο παρελθόν, εκτενείς αναφορές [όποιος επιθυμεί, μπορεί να δει, ένα κατατοπιστικό δημοσίευμα του Δεκεμβρίου του 2009, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλο : Η σύγχρονη οικονομική ύφεση, ο Κέϋνς και ο νόμος του Say. (Μια καλή συζήτηση στο μπλογκ του Μίμη Ανδρουλάκη, με τον φίλο Παναγιώτη Μπαζιωτόπουλο)]. Δεν παρουσιάζει, άλλωστε, κανένα μυστήριο, αφού η όλη αντιεπιστημονική κατασκευή του είναι σαφής, από την πρώτη ανάγνωσή του.

Έτσι, σύμφωνα, με τον αποκαλούμενο, ως "Νόμο του Say", η παραγωγή ενός αγαθού δημιουργεί και τα εισοδήματα, για την κατανάλωσή του και φυσικά αυτό το γεγονός επεκτείνεται και στο σύνολο των παραγόμενων αγαθών, δηλαδή, στο σύνολο οποιασδήποτε οικονομίας. 

Από την παραγωγή προέρχεται η αγοραστική δύναμη, που αγοράζει όλη την παραγωγή, μέσα σε κάθε χρονική περίοδο. Η προσφορά προσδιορίζει την ζήτηση και η παραγωγή την κατανάλωση.

Κατόπιν τούτου, αυτό που ακολουθεί, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα, είναι το γεγονός ότι όλοι - ή, περίπου, όλοι - οι διαθέσιμοι παραγωγικοί συντελεστές της οικονομίας αξιοποιούνται, σε επίπεδα πλήρους (ή, περίπου, πλήρους) απασχόλησης, πέραν της συνήθους εποχιακής ανεργίας τριβής, η οποία υπολογίζεται, στα επίπεδα του 1,% έως 2% του εργατικού δυναμικού και της εκούσιας ανεργίας, η οποία αποτελεί ατομική επιλογή και φυσικά, αποτελεί στρέβλωση.



Jean-Baptiste Say (5/1/1767 - 15/11/1832). Ο πατέρας του ομώνυμου Νομού, που - υποτίθεται ότι - κινεί την οικονομική δραστηριότητα και ο οποίος αποκαλείται, ως - διότι, επίσης, υποτίθεται ότι είναι - ο "Νομός των αγορών"


Υπό το καθεστώς της λειτουργίας του "Νόμου του Say", που οι σύγχρονοι μπατιροτραπεζοκράτες, οι εξαγωγικές ελίτ και η τεχνοδομή των πολυεθνικών εταιρειών, επιθυμούν (μονομερώς και όχι καθ' ολοκληρίαν, βεβαίως-βεβαίως) να φέρουν, στην επιφάνεια, αυτά που μετρούν είναι τα αγαθά και οι υπηρεσίες, διότι αυτά είναι ωφέλιμα, για την λειτουργία της οικονομίας, ενώ το χρήμα εμφανίζεται, ως ουδέτερο, αφού η οποιαδήποτε διακράτησή του δεν έχει καμμία ωφελιμότητα, με αποτέλεσμα η οικονομία να πρέπει να λειτουργεί, με εύκαμπτες τιμές, προκειμένου να είναι αποδοτική και να βρίσκεται, σε καθεστώς αέναης ανάπτυξης.

Ανοησίες. Και μάλιστα, προφανείς, διότι η εμφανιζόμενη ζήτηση, ως αγοραστική δύναμη, μπορεί να προέρχεται (όχι, όμως, πάντοτε, αφού πολλές φορές δεν προέρχεται), ως εισόδημα, από την παραγωγή, αλλά, ουδόλως, ταυτίζεται μαζύ της, αφού, ως ενεργός αγοραστική δύναμη και ως ανενεργός ζήτηση διέπεται από τους δικούς της μηχανισμούς λειτουργίας, οι οποίοι δεν σχετίζονται, με τους μηχανισμούς λειτουργίας και τους εμφανιζόμενους, ως κανόνες της παραγωγής και της προσφοράς και φυσικά, αυτοί οι μηχανισμοί λειτουργίας της ολικής ζήτησης, μέσα σε ένα σύστημα μιας μη διευθυνόμενης οικονομίας (ή ατελώς, ή και χαοτικώς, διευθυνόμενης οικονομίας, όπως συμβαίνει, στην σύγχρονη οικονομία του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, με τυπικό παράδειγμα αυτό της ευρωζώνης) ενεργοποιούνται, με την δική τους σωρευτική διαδικασία και αναπτύσσουν την δική τους δυναμική, η οποία συνολικοποιείται, στην αντίθετη κατεύθυνση, από εκείνη, που ακολουθεί η παραγωγή και η προσφορά, όσο ο σύγχρονος καπιταλισμός γραφειοκρατικοποιείται, ολοένα και περισσότερο και (το κυριότερο) όσο παραμένει αρύθμιστος ή, ατελώς, ρυθμισμένος.

Όμως, αυτή η διαπίστωση (που έχει γίνει, εδώ και 8 δεκαετίες, εξειδικευμένα και με σαφή επιστημονική τεκμηρίωση, από τον John Maynard Keynes), η οποία καθιστά πασιφανή το ανοησιολογικό περιεχόμενο αυτού του πλέγματος των ιδεών και των πεποιθήσεων, που συγκροτεί, ως θεωρητική κατασκευή, τον κυρίαρχο ιδεολογικό μηχανισμό των σύγχρονων γραφειοκρατικών ελίτ, δεν αλλάζει τα πράγματα. 

Αυτές οι ανοησίες δεν είναι οι μόνες, που συναντάμε, μέσα από την οποιαδήποτε επισκόπηση της παγκόσμιας Ιστορίας. Και τούτο, διότι αποτελούν ένα απλό επεισόδιο, στην μακρόσυρτη σειρά των άπειρων ανοησιών των κοινωνιών. Ως εκ τούτου, ακριβώς επειδή αυτό το συνονθύλευμα των ανοησιών, που αποτελεί την δέσμη των ιδεών και των πεποιθήσεων, που συγκροτούν τον "Νόμο του Say", είναι ένα βασικό εργαλείο της σύγχρονης ιδεολογικής/ψευδοσυνειδησιακής κυριαρχίας των παρακμιακών ελίτ, που συγκροτούν, στους σύγχρονους καιρούς, την παρούσα ενεργό εκδοχή του γραφειοκρατικού καπιταλισμού, η επισήμανση του ανορθολογισμού, που διακατέχει όλο αυτό το ανοησιολογικό πλέγμα ιδεών και πεποιθήσεων, δεν αλλάζει την καταστροφική επιρροή του. Και φυσικά, αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στον ορθολογισμό, ή στον ανορθολογισμό των επιχειρημάτων, αλλά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων και στην προπαγανδιστική παραμυθολόγηση του ευρύτερου πληθυσμού, με την επιβολή των απόψεων των ελίτ, που κυριαρχούν.

Τοιουτοτρόπως, αφού το οικονομικό σύστημα - και ιδίως, η παραγωγική διαδικασία - πρέπει να λειτουργεί, με εύκαμπτες τιμές, οι όποιες παρουσιαζόμενες ακαμψίες, που οφείλονται, στις παρεμβάσεις των συνδικάτων και του κράτους (αλλά όχι, βεβαίως - βεβαίως, στην εκτεταμένη εταιρική δύναμη, που έχουν και χρησιμοποιούν οι μεγάλες επιχειρήσεις), αντιμετωπίζονται, ως δυσλειτουργίες και στρεβλώσεις.

Εδώ, λοιπόν, εντοπίζεται, από τους γνωστούς θιασώτες του "Νόμου του Say", η αδήριτη αναγκαιότητα της μεγάλης συρρίκνωσης του κρατικού παρεμβατισμού, στην οικονομική δραστηριότητα και η σύστοιχη σάρωση του συνδικαλισμού, ο οποίος, στην "καλύτερη" περίπτωση, θα πρέπει, σε αυτό το ιδιότυπο καθεστώς του "υπαρκτού ευρωπαϊσμού", να περιοριστεί, στον ρόλο, που είχαν, στα καθεστώτα του τεθνεώτος "υπαρκτού σοσιαλισμού" και που έχουν, στην κομμουνιστική Κίνα. Δηλαδή, στον ρόλο του πιστού και υπάκουου συνεργάτη της εργοδοσίας.

Με αυτά τα δεδομένα, η θέσπιση του ορίου του 3% του ΑΕΠ, στα δημόσια ελλείμματα των κρατών της ευρωζώνης και της "Ε.Ε." και πολύ περισσότερο, η πολιτική των μηδενικών ελλειμμάτων των κρατικών προϋπολογισμών, είναι απολύτως, κατανοητή, ως προς την στόχευσή της, όσο ανορθολογική και αντιεπιστημονική και αν είναι.

Η δραματική πτώση των ελλειμμάτων των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, σε επίπεδα, κάτω του 3% του ΑΕΠ, από το 2014, έτσι όπως - υποτίθεται ότι - πραγματοποιήθηκε και έτσι όπως προβλέπεται να πραγματοποιηθεί, απεικονίζεται, στο παραπάνω διάγραμμα, το οποίο αφορά την χρονική περίοδο 2009 - 2018 (αν και η βάση, όπως και η μεθοδολογία της μέτρησης είναι, όπως πολλές φορές έχουμε γράψει, χειραγωγημένη, από την Eurostat του κ. Walter Radermacher) και η ανακοίνωση της πρόθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προτείνει την έξοδο της Ελλάδας, από την διαδικασία της επιτήρησης, λόγω του υπερβολικού ελλείμματος, μπορεί να οδήγησαν τον ΣΥΡΙΖΑ, το, βαθύτατα και ταχύτατα, συντηρητικοποιημένο κόμμα της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς, την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, σε πανηγυρισμούς, για το, εν λόγω, υποτιθέμενο, ως ευεργετικό, επίτευγμα, αλλά είναι σαφές ότι εντάσσεται, σε αυτό το νεοσυντηρητικό οικονομικό αφήγημα, με τις σαφείς και ολέθριες κοινωνικές του διαστάσεις και επιπτώσεις.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, αυτό το κατόρθωμα δεν αποτελεί, μόνο, μια στατιστική απεικόνιση της καταστροφικής κατακρήμνισης της ελληνικής οικονομίας, όλα αυτά τα χρόνια. Αν επρόκειτο περί αυτού, δεν θα άξιζε να ασχοληθεί μαζύ του. Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε αυτή την στατιστική καταγραφή, ως ένα από τα πολλά, ανάμεσα στα άλλα, στοιχεία, που περιγράφουν την ελληνική οικονομική κρίση. Όμως, δεν πρόκειται, περί αυτού. Κάθε άλλο, μάλιστα.

Αυτή η σαρωτική πτώση των δημόσιων ελλειμμάτων, από το 2009, μέχρι σήμερα, αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες, για τον όλεθρο, τον οποίο υπέστη η ελληνική οικονομία. Στην πράξη, μάλιστα, η σαρωτική πτώση των ελληνικών δημόσιων ελλειμμάτων, όλη αυτή την περίοδο, η οποία συμβαδίζει, με την, αναλόγως, σαρωτική πτώση της ελληνικής παραγωγής, αποτελεί την κύρια αιτία, για την καταστροφική πορεία της ελληνικής οικονομίας.

Αν δούμε την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, τα πράγματα καθίστανται πασιφανή και πασίδηλα.

Από το 2008, μέχρι το 2014 η ελληνική οικονομία απώλεσε 64,049 δισ. €, για να χάσει, στην συνέχεια, μέχρι το 2016, άλλα 2,053 δισ. € αθροίζοντας την συνολική καταβαράθρωση της ελληνικής παραγωγής, κατά την περίοδο 2009 - 2016 και με έτος βάσης το 2008, στο ιλιγγιώδες μέγεθος των 66.102 δισ. €, το οποίο αντιστοιχεί, στο 27,32% του ΑΕΠ του 2008.

Αν, μάλιστα, θελήσουμε να πάρουμε, ως έτος βάσης το 2009, προκειμένου να μετρήσουμε, ειδικότερα, την μνημονιακή καταστροφή της ελληνικής οικονομίας, τότε, τα πράγματα, δεν αλλάζουν, ουσιωδώς, η πτώση της ελληνικής παραγωγής και της ελληνικής οικονομίας καταμετράται, στο 25,11% του ΑΕΠ του 2009, αφού, με δεδομένη την καταγραφή του ελληνικού ΑΕΠ του 2009, στο ύψος των 237,534 δισ. €, η κατακρήμνιση της ελληνικής παραγωγής φθάνει, κατά την περίοδο 2010 - 2016, στα επίπεδα των 59,646 δισ. €.

Αυτή η διαπίστωση γίνεται, περισσότερο από προφανής, όταν παρατηρήσουμε την εξέλιξη του ελληνικού ΑΕΠ, το οποίο, από το 241,990 δισ. € που ήταν το 2008, οδηγήθηκε, δια πυρός και σιδήρου, σκοπίμως και μεθοδευμένα, μέσω των συντριπτικών πολιτικών της λιτότητας, που επιβλήθηκαν, δια των τριών διαδοχικών Μνημονίων, από τους ξένους δανειστές και τους υποτακτικούς εντόπιους "ευρωπαϊστές" κυβερνήτες, όλων των πολιτικών αποχρώσεων, στα επίπεδα των 177,941 δισ. €, το 2014 και στο ύψος των 175,888 δισ. €, το 2016.

Οι εφιαλτικοί αυτοί αριθμοί δεν αποτελούν μια κάποια προσωπική αυθαιρεσία. Προέρχονται, από την ΕΛΣΤΑΤ του Ανδρέα Γεωργίου και του διαδόχου του, έχουν την έγκριση της Eurostat και των ευρωθεσμών και περιέχουν τον κλασικό παράγοντα αυθαιρεσίας, που περιλαμβάνεται, σε όλες τις στατιστικές μετρήσεις, που εποπτεύονται, από το (αστείο, καθ' όλα) επιτελείο των γραφειοκρατών στατιστικολόγων της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", απέναντι, στις μετρήσεις του οποίου, η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ. είναι, απολύτως, επιφυλακτική και δύσπιστη.

Η γραφειοκρατία του Δ.Ν.Τ. δεν ιδιοτροπεύει, ούτε και σφάλλει. Αντιθέτως, μάλιστα, πράττει, ορθότατα, διότι η Eurostat αποτελεί μια σκαστή ανορθογραφία, μια σπαρταριστή φαρσοκωμωδία της σύγχρονης στατιστικής, αφού, ανάμεσα στις πολλές αμαρτίες της, οι γραφειοκράτες της επιμένουν, σταθερά, εδώ και πολλά χρόνια, να υποεκτιμούν το μέγεθος του ελληνικού ΑΕΠ - και φυσικά, αυτή τους η επιμονή δεν υπήρξε και δεν είναι, καθόλου, αθώα. Εάν η Eurostat και η Commission αποδέχονταν ότι το ελληνικό ΑΕΠ ήταν (και παραμένει) μεγαλύτερο, από όσο, στατιστικά, καταγράφεται, θα έπρεπε να αποδεχθούν ότι οι ποσοστιαίες, επί τοις εκατό, αναλογίες του ελληνικού δημοσίου ελλείμματος και του ελληνικού δημοσίου χρέους είναι μικρότερες (και μάλιστα, πολύ μικρότερες) από τις παρουσιαζόμενες.

Αυτό, όμως, αυτοί οι ευρωθεσμοί δεν μπορούν να το δεχθούν, επειδή αυτό, που τους ενδιαφέρει, είναι το γεγονός ότι αυτή η ποσοστιαία μείωση του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, σε σχέση με το πραγματικό ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας, δεν συνοδεύεται, λόγω της ιδιομορφίας της δομής και της λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, ως μιας οικονομίας, η οποία, όπως είπαμε, στηρίζεται, στην ατομική και στην μικρομεσαία επιχείρηση, από μια αντίστοιχη αύξηση των ελληνικών δημοσίων εσόδων να οδηγεί, σε αύξηση των δημοσίων εσόδων

Βέβαια, όλα αυτά τα χρόνια, έχουμε παρακολουθήσει, συστηματικά, την αριθμητική καταβαράθρωση της ελληνικής οικονομίας και την έχουμε περιγράψει και αναλύσει πολλές φορές, σε αυτό εδώ το μπλογκ, προλέγοντας την εξέλιξή της, βασιζόμενοι, στην ίδια την λειτουργική συλλογιστική των μνημονιακών πολιτικών και λαμβάνοντας υπόψη την καθοριστική ιδιαιτερότητα της δομής και της λειτουργίας της ελληνικής παραγωγής, η οποία στηρίζεται, σε μια, κατά βάση, κλειστή οικονομία ατομικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων (με πιο πρόσφατο απολογισμό, αυτόν, που δημοσίευσα, εδώ, τον περασμένο Μάϊο, με τίτλο : Από το 1ο τρίμηνο του 2016, στο 1ο τρίμηνο του 2017 : Τα αδιέξοδα της παγιδευμένης, στην κρίση, ελληνικής οικονομίας, η καταστροφική ισοτιμία του ευρώ, ως ιδιότυπου μηχανισμού συναλλαγματικών ισοτιμιών και η, εντός ευρωζώνης, αναπόφευκτη πολιτική της συντριβής των γενικών εισοδημάτων). Και φυσικά, μπορώ να ισχυριστώ, χωρίς καμμία υπερβολή, ότι όλα τα προλεχθέντα και όλες οι εκτιμήσεις, για τις επερχόμενες εξελίξεις, από το μοιραίο 2009, έως τώρα, όχι μόνο έχουν αντέξει, στην δοκιμασία της πραγματικότητας, αλλά και έχουν καταγραφεί ως μία αληθής και επιβεβαιωθείσα περιγραφή των γεγονότων, που ακολούθησαν, από την εφαρμογή των τριών διαδοχικών Μνημονίων.

Παρακολουθώντας, λοιπόν, την πορεία της δραματικής πτώσης των δημοσίων ελλειμμάτων, κατά την περίοδο 2009 - 2016 και συγκρίνοντάς την, με την ιλιγγιώδη καταστροφή της ελληνικής παραγωγής, που επήλθε την ίδια περίοδο, ουδείς μπορεί να αρνηθεί τον συσχετισμό των δύο αυτών μακροοικονομικών μεγεθών, όσο και αν το επιθυμεί.

Απλούστατα, οι συγκρίσεις και οι συσχετίσεις των αριθμητικών μεγεθών είναι συντριπτικές και καθίστανται οφθαλμοφανείς.

Η ίδια η ζωή, η ίδια η περιρρέουσα πραγματικότητα δεν επιτρέπουν κανέναν σοβαρό αντίλογο, σε αυτό το αβίαστο συμπέρασμα, σε αυτή την λογική συνεπαγωγή, οποιοδήποτε ορθολογικοφανές - και εν τη ουσία του, απολύτως, ανορθολογικό - θεωρητικό, ή άλλο, κατασκεύασμα και αν σκαρφισθεί η κυρίαρχη, μεν, αλλά και παραπέουσα συστηματική προπαγανδιστική μυθοπλασία της ασθμαίνουσας εντόπιας "ευρωπαϊστικής" πολιτικοοικονομικής και "πνευματικής" ελίτ.

Αλλά αυτή η επίμονη και συστηματική πολιτική της συρρίκνωσης του κράτους, ως μεγέθους και ως παρουσίας, στην οικονομική ζωή, που στηρίζεται, στην μεθοδευμένη επαναφορά της ισχύος του "Νόμου του Say", συνοδεύεται από την, επίσης, συστηματική διόγκωση της ανεργίας και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας.

Και φυσικά, αυτή επίμονη και συστηματική διόγκωση της ανεργίας, η οποία απέχει, μακράν, από την ανεργία τριβής και δεν μπορεί να προσδιορισθεί, ως εκούσια, μαζύ με την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών της οικονομίας, που αφορούν, όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και το σύνολο της ευρωζώνης, αποτελούν την πιο τρανταχτή απόδειξη της αποτυχίας του "Νόμου του Say" και του εξωπραγματικού και ανεφάρμοστου περιεχομένου του.

Ότι τα επίπεδα της πραγματικής ανεργίας, της υποαπασχόλησης και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, στην χώρα μας, στην ευρωζώνη και ευρύτερα, στις αναπτυγμένες χώρες του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού είναι, κατά πολύ, μεγαλύτερα, από αυτά, που παρουσιάζουν οι παραμυθολογικοί μηχανισμοί των στατιστικών υπηρεσιών των κρατών, είναι πασίγνωστο και το έχουμε επισημάνει, ουκ ολίγες φορές. Δεν χρειαζόμασταν τον Mario Draghi, για να το μάθουμε. Όπως έχουμε πει και πιο πάνω, τα αμαρτωλά έργα και οι δυσώδεις ημέρες της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat έχουν καταστεί κτήμα των ειδικών, αλλά, σιγά - σιγά και ενός ευρύτερου και ολοένα αυξανόμενου κοινού.

Αυτό το φαινόμενο, άλλωστε, δεν είναι τυχαίο, ούτε αποτελεί προϊόν των οποίων υπαρκτών αδυναμιών της στατιστικής ανάλυσης των δεδομένων, που προκύπτουν, κάθε φορά, σε οποιοσδήποτε χρονική στιγμή. Δεν πρόκειται, περί λαθών, ή σφαλμάτων. Κάθε άλλο. Τα στατιστικά σφάλματα, προφανώς, υπάρχουν, αλλά, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχουμε να κάνουμε, με αυτά.

Το φαινόμενο της συνεχούς παραποίησης και της μονομέρειας, στην παρουσίαση των στατιστικών στοιχείων, που αφορούν την ανεργία και την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, είναι ένα πολύ σημαντικό και ουσιώδες εργαλείο, το οποίο αποτελεί βασικό τμήμα του ευρύτερου προπαγανδιστικού μηχανισμού των κυβερνήσεων και των διαφόρων φιλελευθέρων και νεοσυντηρητικών ελίτ της μπατιροτραπεζοκρατίας και των τεχνοδομών των γιγαντιαίων πολυεθνικών επιχειρήσεων και φυσικά, χρησιμοποιείται, για την συγκάλυψη της πραγματικότητας.

Και αυτό δεν είναι κάτι το νέο, αφού, ακόμη και στην περίοδο της ανάπτυξης, η, ουσιαστικά, κρυπτόμενη, μη αναφερόμενη και μη "διαφημιζόμενη" υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα, έφθανε, στα απίστευτα επίπεδα του 12,9%. Κάτι, άλλωστε, που συνέβαινε, αναλόγως και στις άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Από εκεί και πέρα, η εσωτερίκευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης, στην ευρωζώνη και η ένταξη της ελληνικής οικονομίας, στους καταθλιπτικούς και συντριπτικούς μηχανισμούς των Μνημονίων, ανέπτυξε την δική της καταστροφική δυναμική.

Έτσι, η καταμέτρηση, τον Δεκέμβριο του 2016, της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα της μακρόσυρτης οικονομικής κατακρήμνισης, στα επίπεδα του 31,3%, έναντι του επίσημου 23,4% των καταμετρημένων επιπέδων της ανεργίας, ουδεμία έκπληξη προξενεί. Άλλωστε, το 31,3%, δεν είναι και το χειρότερο μέγεθος, αφού, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν, η υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, στην ελληνική αγορά εργασίας έχει καταγραφεί, στα επίπεδα του 33,9%.

Είναι προφανές ότι η καταμέτρηση της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, ως μία διευρυμένη απόπειρα καταγραφής​ της κατάστασης, στην αγορά εργασίας και της αξιοποίησης του, οικονομικά, ενεργού πληθυσμού, βρίσκεται, πολύ πιό κοντά, στην πραγματικότητα, από ότι η καταγραφή της επίσημης ανεργίας, αφού, στην έννοια της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού περιλαμβάνονται, πέραν των, επισήμως, καταγεγραμμένων ανέργων και :

1) Όσοι βρίσκονται σε κατάσταση μακροχρόνιας​ ανεργίας και έχουν απογοητευθεί​ να ψάχνουν, για δουλειά.

2) Όσοι ψάχνουν για δουλειά, αλλά δεν καταγράφονται, επειδή δεν είναι έτοιμοι να αναλάβουν εργασία, εντός των δύο εβδομάδων, που απαιτούνται, από τα στατιστικά standards.

3) Όσοι βρίσκονται, σε  εργασιακό καθεστώς μερικής απασχόλησης και επιθυμούν εργασία, με πλήρες ωράριο.


Έτσι, τα πράγματα γίνονται, πολύ απλά, όσον αφορά την προσπάθεια της ανάστασης των κανόνων του "Νόμου του Say" και την παταγώδη έμπρακτη αποτυχία του.

Με δεδομένο το γεγονός ότι, ενώ η Eurostat παρουσιάζει τα επίπεδα της ανεργίας, στην ευρωζώνη, στα, πολύ σημαντικά, έως καταστροφικά, επίπεδα του 9,5%, ο Mario Draghi και η Ε.Κ.Τ. παρουσιάζουν την υποαξιοποίηση του εργατικού δυναμικού, σε όλη την ευρωζώνη, στα επίπεδα του 18,5%, αντιλαμβανόμαστε, το πελώριο μέγεθος της επίμονης και μακροχρόνιας κρίσης, στην οποία έχουν περιπέσει οι χώρες της ευρωζώνης και το πολύ σκοτεινό μέλλον, που τους επιφυλάσσει η εξακολούθηση της λειτουργίας της.

Οι αριθμοί και εδώ, παραμένουν σαρωτικά, αποκαλυπτικοί, για το μέγεθος της μακρόσυρτης καταστροφής, που επιφυλάσσουν, στον πληθυσμό των χωρών της ευρωζώνης, η μπατιροτραπεζοκρατία και οι διάφορες γραφειοκρατικές και λοιπές ελίτ, που κυριαρχούν, μέσα σε αυτόν τον οικονομικό χώρο.

Το χειρότερο όλων είναι το γεγονός ότι έπεται συνέχεια, αφού, ήδη, η κυβέρνηση έχει αρχίσει να πανηγυρίζει, για την επίτευξη ενός πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017, της τάξεως των 1,2 δισ. €, ενώ ο αρχικός στόχος έφθανε, στα 400 εκατομμύρια ευρώ, με αποτέλεσμα να προβλέπεται ότι, στο τέλος του χρόνου, ο προϋπολογισμός θα κλείσει, με τα επίπεδα του πρωτογενούς πλεονάσματος να υπερβαίνουν, κατά πολύ τον στόχο του 1,75% του ΑΕΠ, που έχει προϋπολογισθεί.

Βέβαια, είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία έχει πιάσει πάτο και έχει, σε έναν βαθμό, σταθεροποιηθεί. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τα, έως τώρα, δεδομένα, που δεν προβλέπουν δραματικές περικοπές, στην ενεργό ζήτηση και εάν δεν υπάρξουν δραματικές ανατροπές, η ελληνική οικονομία θα λιμνάσει, στα απόνερα, που την έχει οδηγήσει η κατακρημνιστική κρίση της τελευταίας επταετίας, παρουσιάζοντας κάποιους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, που θα ακολουθούνται, από περιοδικές πτώσεις.

Και φυσικά, στα πλαίσια αυτά, του θεσμικού ζουρλομανδύα του 3% των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των κρατών της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, που εγγυάται την σταθερή υποχρηματοδότηση των κρατικών λειτουργιών, την χαμηλή ρευστότητα και την συντήρηση της υψηλής ανεργίας και της υποαξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και των παραγωγικών συντελεστών, το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, όπως και όλων των χωρών της ευρωζώνης, δεν θα είναι καθόλου ρόδινο...

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Τα κτυπήματα των Ρώσων στις αμερικανικές δυνάμεις, στην Συρία οδηγούν την ηγεσία των Η.Π.Α., σε τυχοδιωκτικές πρακτικές. (Η μεθοδευμένη επίδειξη ωμότητας του αμυντικού δόγματος της Μόσχας, που σκοπεύει να πτοήσει το ηθικό του επιτελείου της Ουάσινγκτων και να κατατρομοκρατήσει τους αντιπάλους της, φέρνει αποτελέσματα).





Ενώ η θερινή ραστώνη, καλά κρατεί και ο υδράργυρος της θερμοκρασίας ανεβαίνει στα ύψη, η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα της Συρίας, φαίνεται να οδηγείται, στα άκρα και σε πολύ επικίνδυνες ατραπούς, μία από τις οποίες, μαζύ με την συνεχή και επιδεινούμενη επίδειξη της τυχοδιωκτικής συμπεριφοράς, είναι το ξέσπασμα μίας διευρυμένης πολεμικής σύρραξης, ανάμεσα στις Η.Π.Α. και στην Ρωσία, η οποία, φυσικά, δεν πρόκειται να περιορισθεί, στα συριακά εδάφη.

Ως εκ τούτου, αναγκαστικά και με δεδομένη την κρισιμότητα της κατάστασης, στην παγκόσμια σκηνή, την οποία κρισιμότητα ο πολύς κόσμος, δικαιολογημένα, δεν έχει αντιληφθεί, το παρόν δημοσίευμά μου, αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου δημοσιεύματος, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ [το οποίο μπορείτε να δείτε, με τίτλο : Οι σχεδιαστές της διεθνούς πολιτικής της Ουάσινγκτων ενώπιον των οδυνηρών διλημμάτων που τίθενται από την διαφαινόμενη, ως βέβαιη, απώλεια της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α. (Η ήττα των Αμερικανών, στην Συρία, οι ρωσικές απαιτήσεις και η ταχεία άνοδος της Κίνας, φέρνουν, στην επιφάνεια, τον κίνδυνο ενός μαζικού πρώτου πυρηνικού πλήγματος)] και ασχολείται, με την πολύ επικίνδυνη αναμέτρηση των Η.Π.Α. και της Ρωσίας, δηλαδή των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων, στα πολλά και πολύπλοκα μέτωπα του πολέμου, που εξελίσσεται, εις βάρος των συμμάχων των Αμερικανών και της Δύσης, στην συριακή επικρατεία.

Όπως φαίνεται, από την ελάχιστη πληροφόρηση, που έχουμε και η οποία, για λόγους προφανούς σκοπιμότητας, δίδεται και από τις δύο πλευρές, με το σταγονόμετρο, η ρωσική πολεμική αεροπορία πλήττει, ανελέητα και χωρίς καμμία προειδοποίηση, στόχους, όχι μόνο των φιλοδυτικών ανταρτών, αλλά και τις ίδιες τις αμερικανικές και βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που τους υποστηρίζουν και τους πλαισιώνουν.

Ήδη, έχει επιβεβαιωθεί ο σφοδρός βομβαρδισμός θέσεων του αυτοαποκαλούμενου Ελεύθερου Συριακού Στρατού και των Αμερικανών και των Βρετανών στρατιωτικών, που υποστηρίζουν αυτή την αντικαθεστωτική οργάνωση, κοντά στην ιρακινοσυριακή μεθόριο, στον χώρο της νοτιοανατολικής Συρίας, όπου οι Αγγλοαμερικανοί θεωρούσαν ότι μπορούν να δρουν ανενόχλητοι, από τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις.

Φυσικά, αυτή τους η πεποίθηση δεν  ήταν αυθαίρετη. Κάθε άλλο. Προφανώς, οι Αμερικανοί είχαν κάποια άτυπη, μεν, αλλά και ουσιαστική μυστική διαβεβαίωση και συμφωνία, με την ρωσική ηγεσία, η οποία τους επέτρεψε να αισθάνονται ασφαλείς, αλλά, όπως φαίνεται, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις έχουν αλλάξει την συμπεριφορά τους. Το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό, οι Βρετανοί και οι λοιποί νατοϊκοί (οπως και οι άλλοι) σύμμαχοί τους, επί του συριακού εδάφους, είναι, απολύτως, ανασφαλείς. Κυριολεκτικά, είναι έρμαια των διαθέσεων των Ρώσων.

Υπό το φως αυτών των δεδομένων και χωρίς να λάβουμε υπόψη, τις διαδιδόμενες και μη επιβεβαιωμένες φήμες, περί αμερικανορωσικών αερομαχιών, στον συριακό εναέριο χώρο και περί καταρρίψεων αμερικανικών πολεμικών αεροπλάνων, γίνεται κατανοητό ότι οι διαθέσεις της ρωσικής ηγεσίας, έναντι των Αμερικανών, στην Συρία, δεν είναι, πλέον, καθόλου, ευχάριστες και ουδόλως, ευμενείς.

Οι λιγοστές αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες ευρίσκονται και δρουν, υποστηρικτικά, προς τους συμμάχους τους (την "μετριοπαθή" αντιπολίτευση των σουνιτών της Συρίας, τα διάφορα παρακλάδια της al Qaeda και τους Κούρδους των παρακλαδιών του P.K.K.) βρίσκονται, κάτω από την πρέσα και στο στόχαστρο των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, που κυριαρχούν, στον συριακό εναέριο χώρο. Και φυσικά, βάλλονται, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Βέβαια, οι Αμερικανοί κτύπησαν εγκαταστάσεις του συριακού στρατού, ως απάντηση - υποτίθεται -, σε αυτή την ενέργεια, αλλά αυτό, που καθίσταται σαφές, είναι ότι οι όποιες πράξεις τους, υπό τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων, είναι άνευ ουσιώδους σημασίας. Οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις μπορούν, κυριολεκτικά, να εξαφανίσουν τους Αμερικανούς και τους συμμάχους, στα συριακά εδάφη. Και δείχνουν διατεθειμένοι να το κάνουν, στην πράξη, ως μία προφανή απάντηση, στην αμερικανική αυθάδεια, η οποία εκδηλώθηκε, με την κατάρριψη του συριακού πολεμικού αεροσκάφους, στις 12 Ιουνίου.

Κατόπιν τούτου, ο πασίγνωστος "mad dog", ο υπουργός Άμυνας των Η.Π.Α. James Mattis και το αμερικανικό στρατιωτικό επιτελείο, με την έγκριση του Donald Trump, αντιλαμβανόμενοι ότι τα πράγματα γίνονται δύσκολα και ότι οι Αμερικανοί στρατιωτικοί, στην Συρία, βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο, αποφάσισαν να κλιμακώσουν την ένταση και να φέρουν, στην περιοχή, το αεροπλανοφόρο "George H. W. Bush" συνοδευόμενο από άλλα πλοία επιφανείας, για να βομβαρδίσουν τις συριακές (υποτίθεται) αεροπορικές δυνάμεις, οι οποίες - επίσης υποτίθεται ότι - κτύπησαν αντικαθεστωτικούς αντάρτες, με χημικά όπλα, έξω από την Δαμασκό.

Στην πραγματικότητα, πέρα, από το τί πράττει (ή δεν πράττει) ο συριακός στρατός, ο οποίος μπορεί να έπληξε τους αντιπάλους του, με τα χημικά όπλα, για την χρήση των οποίων τον κατηγορούν, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, με την κάθοδο αυτού του στόλου, στην περιοχή, απειλεί να πλήξει τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, που δρουν στην Συρία, τις οποίες, στην παρούσα στιγμή, επιχειρεί να εκφοβίσει. Αυτή είναι η πραγματική αποστολή του αμερικανικού στόλου, που έχει στόχο την αδρανοποίηση της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας, που δρα και κυριαρχεί, στον συριακό εναέριο χώρο.

Εννοείται, βέβαια, ότι η ρωσική ηγεσία δεν μένει άπραγη, απέναντι στους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Κάθε άλλο. Η ρητορική της ρωσικής ηγεσίας έχει ανεβάσει τους τόνους και είναι, ευθέως, επιθετική, έναντι των Αμερικανών, αφού οι προειδοποιήσεις, για το τί θα επακολουθήσει, εάν ο αμερικανικός στόλος επιχειρήσει να πλήξει συριακούς (ρωσικούς) στόχους, στα μέτωπα των μαχών, είναι, απολύτως, σαφείς. Και μάλιστα, αυτές οι προειδοποιήσεις δεν περιορίζονται, στον χώρο της Συρίας.

Και ακριβώς, εδώ, είναι, που τα πράγματα καθίστανται, άμεσα, πολύ επικίνδυνα. Ο αμερικανικός τυχοδιωκτισμός έχει οδηγήσει σε άμεσο κίνδυνο, τις λίγες στρατιωτικές δυνάμεις, που έχει αναπτύξει, στο συριακό έδαφος και ως εκ τούτου, η Ουάσινγκτων δεν μπορεί να τις αφήσει στην τύχη τους, αλλά ούτε και μπορεί, εύκολα, να τις αποσύρει, αφού, μία τέτοια ενέργεια θα ήταν μία πλήρης και επονείδιστη ήττα.

Από την άλλη πλευρά, η ρητορική της ρωσικής ηγεσίας δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις και παρερμηνείες. Ο Βλαντιμίρ Πούτιν, βεβαίως, δεν έχει μιλήσει, αλλά, οι περί αυτόν, είναι σαφείς και όσα λένε, σκοπεύουν να κόψουν τον βήχα των Αμερικανών και την προθυμία όσων λαμβάνουν τις αποφάσεις, στην Ουάσινγκτων, για μία επίδειξη ισχύος, επί των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, που δρουν, στην Συρία.

Έτσι, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέϊ Λαβρώφ κατέστησε σαφές ότι η ρωσική αντίδραση θα είναι πολύ σκληρή, εάν ο αμερικανικός στόλος επιχειρήσει να πλήξει στόχους, στην Συρία.

Δεν είναι μόνο, ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, με τα πυραυλικά συστήματα των S-400, θα αποπροσανατολίσουν, ή/και θα πλήξουν τους αμερικανικούς πυραύλους, που θα εξαπολύσουν τα αμερικανικά πλοία. Αυτό το έπραξαν και τον περασμένο Απρίλιο.

Δεν είναι, μόνο, ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις θα καταρρίψουν τα όποια αμερικανικά πολεμικά αεροπλάνα πετάξουν, από τον στόλο των Η.Π.Α. και επιχειρήσουν να βομβαρδίσουν στόχους, στην Συρία. Αυτό δεν το έπραξαν τον περασμένο Απρίλιο, επειδή οι Αμερικανοί δεν τόλμησαν να πλήξουν την συριακή αεροπορική βάση, με πολεμικά αεροσκάφη, αφού οι επιτελείς, στην Ουάσινγκτων γνώριζαν ότι, εάν τα έστελναν, η τύχη τους θα ήταν κακή. Και φυσικά, εάν οι Αμερικανοί τολμήσουν, τώρα, αυτό, που δεν τόλμησαν, τότε, η τύχη των πολεμικών αεροπλάνων τους δεν θα αλλάξει. Τα αεροπλάνα αυτά θα καταρριφθούν.

Δεν είναι, μόνο, ότι ο αμερικανικός στόλος θα κινδυνεύσει, εν όλω, ή εν μέρει, να βυθιστεί, εάν οι Ρώσοι το αποφασίσουν.  Προφανώς και θα κινδυνεύσει να βυθιστεί. Θα κινδυνεύσει, εφόσον η ρωσική ηγεσία κρίνει ότι είναι σκόπιμο να υποστεί,ο αμερικανικός στόλος, ακόμη και ένα τακτικό πυρηνικό πλήγμα, εάν βρεθεί στο βεληνεκές των ρωσικών S-400, που βρίσκονται, στην συριακή επικράτεια (κατά πάσα πιθανότητα, σε ερημικές περιοχές) και εφόσον αυτά τα πυραυλικά συστήματα έχουν και πυρηνικές κεφαλές, ή να πληγεί, από κάποιο ρωσικό υποβρύχιο, από αυτά, που περιπολούν, στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Αυτό το πλέγμα των ζημιών, που μπορεί να υποστεί ο αμερικανικός στόλος και οι ένοπλες δυνάμεις των Η.Π.Α., στην Συρία, είναι ένα μέρος των πληγμάτων, που απειλούνται να αντιμετωπίσουν αυτοί που λαμβάνουν τις αποφάσεις, στην Ουάσινγκτων. Και αυτό δεν είναι το κυριότερο. Αντιθέτως, είναι δευτερεύον. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το ελάχιστο.

Από την ρωσική Δούμα, οι απειλές, που εκτοξεύθηκαν, μέσω του προέδρου της Επιτροπής, για την Άμυνα της χώρας, υπήρξαν πολύ πιο εκτεταμένες, ως προς το επίπεδο και τον χώρο της αμερικανορωσικής πολεμικής αντιπαράθεσης, αφού, όπως ειπώθηκε, εάν υπάρξει οποιαδήποτε απειλή κατά του ρωσικού κράτους, οι πολίτες της χώρας πρέπει να είναι 100% βέβαιοι ότι θα χρησιμοποιηθούν πυρηνικά όπλα και η απειλή θα εξαλειφθεί.

Με αυτόν τον τρόπο, η ρωσική ηγεσία αυξάνει την ένταση της ρητορικής της, απέναντι στην Ουάσινγκτων, στο πιο ακραίο δυνατό επίπεδο, αφού, προφανώς, η όλη αναφορά, στην χρήση πυρηνικών όπλων, για την εξάλειψη της οποιασδήποτε απειλής, κατά της ασφάλειας της Ρωσίας, δεν αφορά τις μάχες, στα συριακά εδάφη και την αμερικανορωσική αντιπαράθεση, στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Η ρωσική απειλή αφορά, κυρίως, τον ευρωπαϊκό χώρο και με αυτόν τον τρόπο, η ρωσική ηγεσία, προφανώς, διαμηνύει, στον Donald Trump, στον James Mattis και την παρέα τους, ότι ο πόλεμος θα μεταφερθεί, στην Ευρώπη, όπου, μάλιστα, θα γίνει και χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων, προκειμένου να καμφθεί η αντίσταση των αντιπάλων των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.

Αλλά η απειλή, που εκτοξεύει η ρωσική ηγεσία, κατά των Αμερικανών, δεν εξαντλείται, μόνο, σε αυτά. Η απειλή, για την χρήση των πυρηνικών όπλων, στρέφεται και κατά των ίδιων των Η.Π.Α., αφού η ρωσική στρατιωτική μηχανή έχει την ευχερή δυνατότητα να πραγματοποιήσει πυρηνική επίθεση, κατά των στόχων, στα εδάφη, στον αέρα και στην θάλασσα της αμερικανικής υπερδύναμης, όπως και σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη βρίσκονται και δρουν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις.

Αυτό, που έχει σημασία, είναι το, εάν η απειλή, που αντιπροσωπεύει ο αμερικανικός στόλος, για τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, που δρουν, στην Συρία, είναι πραγματική. Και φυσικά, εξ ίσου σημαντικό είναι και το πόσον είναι ουσιαστική η ρωσική ρητορική. Εάν, δηλαδή, αυτή έχει πραγματικό περιεχόμενο.

Η κάθοδος του αμερικανικού στόλου, ο οποίος μπορεί να πλήξει τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, που βρίσκονται στην Συρία, είναι ένας προφανής κίνδυνος. Δεν αποτελεί ρητορικό σχήμα. Είναι μια έμπρακτη απειλή, την οποία οι Ρώσοι πρέπει να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν. Και όπως φαίνεται, είναι έτοιμοι, για κάτι τέτοιο, όπως και οι ίδιοι λένε.




Αλλά, πέρα από το τί λέει η ρωσική ηγεσία και το, κατά πόσον εννοεί αυτά που λέει, αυτό, που έχει σημασία, είναι το τί πράττει. Και φυσικά, η επίσκεψη του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων Βαλέρυ Γκερασίμωφ, στην αεροπορική βάση Χμεϊμίμ, στην Συρία, όπου συναντήθηκε, με τον Μπασάρ αλ Άσαντ, όπως και η συνάντηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογκάν, με τον Ρώσο υπουργό Άμυνας Σεργκέϊ Σόϊγκου, στην Κωνσταντινούπολη, δείχνουν ότι ο ρωσικός σχεδιασμός συνεχίζεται ακάθεκτος.

Και (δυστυχώς) αυτός ο σχεδιασμός στρέφεται, κατά των Κούρδων ανταρτών των οργανώσεων, που δρουν, στην Συρία, ως παρακλάδια του P.K.K. και οι οποίες έχουν συμμαχήσει, με τους Αμερικανούς. Ως εκ τούτου, οι ρωσοτουρκικές επαφές προδικάζουν ότι το μέλλον των Κούρδων της Συρίας θα είναι πολύ δύσκολο, έως σκοτεινό, αφού η ρωσική ηγεσία σκοπεύει να δώσει την απαραίτητη ελευθερία κινήσεων, στον τουρκικό στρατό, να αντιμετωπίσει την ένοπλη κουρδική παρουσία, στην περιοχή, την οποία οι ηγέτες της Άγκυρας αντιλαμβάνονται, ως απειλή, για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας τους.

Αυτό, που γίνεται φανερό, είναι ότι αυτές οι ρωσοτουρκικές επαφές αποσκοπούν στο να δοθεί το ελεύθερο, στον τουρκικό στρατό, να εισβάλει στα εδάφη της βόρειας Συρίας, για να αποδεκατίσει τους Κούρδους αντάρτες και πιθανότατα, τους Αμερικανούς στρατιωτικούς, που τους υποστηρίζουν.

Όπως  φαίνεται τα διάφορα παρακλάδια του P.K.K. έχουν έναν καθαρό φιλοαμερικανικό προσανατολισμό και στην πράξη, αρνούνται, παρά τις ρωσικές παραινέσεις και υποδείξεις, να συνεργαστούν, με τον συριακό στρατό, εμποδίζοντας την ανάπτυξή του, στην περιοχή. Αυτή η συμπεριφορά των Κούρδων ανταρτών, προφανώς, καθοδηγείται, από τους Αμερικανούς, οι οποίοι είναι εκείνοι, που τους εξοπλίζουν, αποσκοπώντας, στην απομάκρυνση του στρατού του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ και στην πολυδιάσπαση του συριακού εδαφικού χώρου.

Δυστυχώς, για τον πολύπαθο κουρδικό λαό, οι αμερικανικές επιδιώξεις δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν. Οι Ρώσοι δεν θα επιτρέψουν την πολυδιάσπαση της Συρίας, την οποία θα διατηρήσουν, ως ενιαίο και εδαφικά, ακέραιο κράτος. Αυτή η διαπίστωση καθιστά τις μέλλουσες εξελίξεις, στην περιοχή, εύκολα, προβλέψιμες. Η αλυσίδα των γεγονότων, που θα ακολουθήσουν, θα επικεντρωθεί και θα περιστραφεί, γύρω, από το, παρακάτω, περιεχόμενο :

Οι Αμερικανοί θα εκδιωχθούν, από την συριακή επικράτεια και ως εκ τούτου, επειδή οι Κούρδοι αποτελούν ένα εργαλείο, που εντάσσεται, στα πλαίσια του σχεδιασμού του πολιτικοστρατιωτικού επιτελείου της Ουάσινγκτων, οι ρωσοτουρκικές επαφές αυτών των ημερών οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επικρέμαται μία άμεση απειλή, για μία σφοδρή επίθεση του τουρκικού στρατού, στα εδάφη, που ελέγχουν οι ένοπλες δυνάμεις των παρακλαδιών του P.K.K., με σκοπό την εκδίωξη των Κούρδων ανταρτών και των Αμερικανών συμμάχων τους.

Έτσι, η παρουσία του αμερικανικού στόλου και οι εκτοξευόμενες απειλές, για το κτύπημα στόχων, στην συριακή επικράτεια,δεν αφορούν τις συριακές ένοπλες δυνάμεις. Οι Αμερικανοί επιτελείς, στην Ουάσινγκτων, αρνούμενοι να αποδεχθούν την ήττα των συμμάχων τους, στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, που είναι, κυρίως, ήττα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, απειλούν να κτυπήσουν τις ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, που επιχειρούν, εντός της Συρίας. 

Αυτή είναι η ωμή αλήθεια, που προκύπτει από την ψυχρή ανάλυση των δεδομένων της παρούσας φάσης της συριακής σύγκρουσης και οι αμερικανικοί ισχυρισμοί, για την χρήση όπλων χημικού πολέμου, από τις ένοπλες δυνάμεις του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ, είναι, καθαρά, προσχηματικοί, είτε είναι αληθείς, είτε όχι.

Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, η χρησιμοποίηση χημικών όπλων, στα πεδία των μαχών, κατά των αντικαθεστωτικών ανταρτών, από τον στρατό και την αεροπορία του συριακού καθεστώτος, εάν και στον βαθμό, που υπήρξε, είναι προφανές ότι έχει την έγκριση των Ρώσων επιτελών. Και για να έχει δοθεί η έγκριση, από την ρωσική πλευρά, για την χρήση όπλων χημικού πολέμου, θα υπάρχουν σοβαροί λόγοι, οι οποίοι θα αφορούν την ανατροπή των πολεμικών επιχειρήσεων, υπέρ του συριακού στρατού, μέσα και από την διασπορά του τρόμου, στους μαχητές, που πολεμούν, κατά του συριακού καθεστώτος.

Αλλά, εάν οι Ρώσοι επιτελείς έχουν επιτρέψει, στο συριακό καθεστώς, να χρησιμοποιεί χημικά όπλα, στα πεδία των μαχών, καθίσταται προφανές ότι αυτή η πράξη ξεφεύγει από τα όρια των οποίων ενδοσυριακών πολεμικών αντιπαραθέσεων. Τα υπερβαίνει, μάλιστα, κατά πολύ.

Έτσι, εάν η ρωσική ηγεσία επιτρέπει την χρήση όπλων χημικού πολέμου, στην συριακή σύγκρουση, τότε, αυτή η πράξη αποτελεί ευθεία πρόκληση, που στρέφεται, κατά των αντιπάλων της, στην διεθνή σκηνή. Στρέφεται, δηλαδή, με την μεθοδευμένη επίδειξη αυτής της απίστευτης ωμότητας, κατά του πολιτικοστρατιωτικού επιτελείου, που κατοικοεδρεύει, στην Ουάσινγκτων, κατά του ΝΑΤΟ και της Δύσης, που απειλούνται, χωρίς περιστροφές και με την έμπρακτη επιδείξη του "απαραίτητου" βαθμού βαρβαρότητας, για το τί περιμένει τον Δυτικό Συνασπισμό, εάν αυτός τολμήσει να δοκιμάσει μία πολεμική αντιπαράθεση, με την Ρωσία.

Ως εκ τούτου, η ρωσική ηγεσία ασκεί μία πολιτική εκφοβισμού, κατατρομοκράτησης, καταπτόησης και συντριβής του ηθικού της αμερικανικής ελίτ και των ηγεσιών της Δύσης. Και αυτή η πολιτική (εάν το συριακό καθεστώς χρησιμοποιεί χημικά όπλα, στα πεδία των μαχών) έχει αποδώσει.

Η αμερικανική ηγεσία και οι σύμμαχοι της έχουν θορυβηθεί και έχουν κατατρομοκρατηθεί, αφού, υφίστανται, παρασκηνιακά, το βαρύτατο shock της έμπρακτης διαπίστωσης ότι η ρωσική ηγεσία δεν αστειεύεται και ότι εννοεί όσα λέει ότι θα πράξει, αδιαφορώντας, για τις συνέπειες και τις επιπτώσεις των πράξεών της.

Και φυσικά, αυτό, που απασχολεί την Ουάσινγκτων, δεν είναι, τόσο, τα χημικά όπλα, που επιτρέπει, η ρωσική ηγεσία, στο καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ, να χρησιμοποιεί, κατά των αντικαθεστωτικών.

Αυτή η ανοικτή επίδειξη της βαρβαρότητας, εφόσον η Μόσχα έχει δώσει το πράσινο φως, στο συριακό καθεστώς, για τέτοιου είδους επιθέσεις, που συνιστούν εγκλήματα πολέμου, καθιστά σαφείς τις προθέσεις της ρωσικής ηγεσίας, για την υλοποίηση του νέου της αμυντικού/επιθετικού δόγματος, που έχει διακηρύξει ο Βλαντιμίρ Πούτιν, για την χρήση του πρώτου πυρηνικού πλήγματος, εάν απειληθεί η ύπαρξη, ή η ασφάλεια του ρωσικού κράτους, έτσι όπως η ρωσική ηγεσία προσδιορίζει το περιεχόμενο αυτών των όρων.

Η ρωσική ηγεσία δίνει, έμπρακτα, την εντύπωση ότι εννοεί αυτά, που λέει και ότι θα χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα, εάν και όταν θεωρήσει ότι πρέπει να προβεί, σε μία τέτοια ενέργεια. Και φυσικά, θέλει οι αντίπαλοι της να πιστέψουν ότι είναι διατεθειμένη να το πράξει, προκειμένου να προσαρμόσουν, ανάλογα, την συμπεριφορά τους.

Όπως φαίνεται, από τις ενέργειές τους, οι αντίπαλοι της Ρωσίας, στον διεθνή χώρο, έχουν κατατρομοκρατηθεί και προσπαθούν, με αντιπερισπασμό, να δοκιμάσουν τον όποιο πραγματικό κίνδυνο, που περιέχεται, στις ρωσικές απειλές, τις οποίες, προφανέστατα, λαμβάνουν, ως σοβαρές και όχι, ως μια απλή ρητορεία.

Οι αποτελούντες το πολιτικοστρατιωτικό επιτελείο της Ουάσινγκτων πράττουν πολύ σωστά, που αποδέχονται την σοβαρότητα των ρωσικών έμπρακτων απειλών. Η Ρωσία δεν είναι Ιράκ, ούτε Λιβύη. Και φυσικά, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν είναι Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ούτε Μανουέλ Νορριέγκα. Ως εκ τούτου, οι συνέπειες, για τις Η.Π.Α. και την Δύση, θα είναι καταστροφικές. Και αυτό οι εκπρόσωποι του βαθύτατου αμερικανικού κράτους το γνωρίζουν πολύ καλά.
 
 
Κατόπιν τούτου, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις, στην Συρία, έχουν λάβει τα μέτρα τους και οι όποιες επιθετικές ενέργειες των Αμερικανών θα αντιμετωπισθούν, με την πλήρη και απόλυτη σκληρότητα (και ωμότητα), που θα χρειασθεί, αφού, στο συριακό έδαφος υπάρχουν οι πύραυλοι ISKANDER-M, η παρουσία των οποίων συνοδεύεται, από τα απαραίτητα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου KRAHUSKA, ενώ το ρωσικό στρατιωτικό προσωπικό γνωρίζει το τί πρέπει να πράξει, εάν ο αμερικανικός στόλος προβεί, σε επιθετικές ενέργειες, κατά στόχων, στην συριακή επικράτεια.

Αυτό που έχει σημασία, επίσης, είναι και το γεγονός ότι το ρωσικό Γενικό Επιτελείο έχει "πάρει στον μεζέ", το αμερικανικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο, κυριολεκτικά, κοροϊδεύει, με την διασπορά διάφορων φημών (με αληθές, ή ψευδές περιεχόμενο), που σχετίζονται με την ευθεία υπόσκαψη του αισθήματος ασφαλείας των Η.Π.Α. και των κινδύνων - πραγματικών, ή ανύπαρκτων -, που αντιμετωπίζει η, πέραν του Ατλαντικού, υπερδύναμη, από το ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο, το οποίο εμφανίζεται να έχει, κυριολεκτικά, περικυκλώσει το αμερικανικό έδαφος και είναι έτοιμο, ανά πάσα στιγμή, να του επιφέρει, ξαφνικά και μη αναμενόμενα πλήγματα, τα οποία, φυσικά, θα είναι και καταστροφικά.

Έτσι, η Μόσχα διαδίδει, ανεπισήμως (και διαψεύδει, επισήμως, αφού, προηγουμένως, έχει πλασάρει την είδηση) ότι οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες του αμερικανικού προϋπολογισμού του 2018, της είναι αδιάφορες, διότι δεν ενδιαφέρεται (ίσως, επειδή δεν μπορεί) να ανταγωνισθεί τις Η.Π.Α., στο επίπεδο των στρατιωτικών δαπανών, αφού μπορεί να επιτύχει τα ίδια, ή και καλύτερα αποτελέσματα, με μικρότερο κόστος.

Για να υποστηρίξει, μάλιστα, αυτόν τον ισχυρισμό το Κρεμλίνο (ανεπισήμως, πάντα), επιχειρηματολογεί, μέσω του Βίκτωρ Μπάρανετς, στην "Κομσομόλσκαγια Πράβντα", ότι, αφενός, μεν, η Ρωσία έχει στην κατοχή της, πυραύλους, οι οποίοι, μετά την εκτόξευσή τους, αλλάζουν πορεία και ύψος, χωρίς οι υπολογιστές να μπορούν να προβλέψουν την τροχιά τους και αφετέρου, δε, τα ρωσικά υποβρύχια ποντίζουν στις αμερικανικές ακτές, πυρηνικούς πυραύλους, οι οποίοι, όταν έλθει η ώρα, θα "ξυπνήσουν", από την "χειμέρια νάρκη" τους και θα ενεργοποιηθούν, κτυπώντας, μαζικά το αμερικανικό έδαφος. Ως εκ τούτου, ο Donald Trump, με τις (επίσημες) δαπάνες των 574,5 δισ. δολλαρίων, πετάει τα λεφτά του αμερικανικού κράτους, σε όπλα, τα οποία δεν θα προλάβει να τα χρησιμοποιήσει, όταν και εάν χρειασθούν.

Με αυτά τα δεδομένα και παρά τον εμφανή προπαγανδιστικό χαρακτήρα των ισχυρισμών του Ρώσου συνταγματάρχη ε.α. και πρώην εκπροσώπου του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας, όσα λέει δεν μπορούν να αγνοηθούν, από το επιτελείο της Ουάσινγκτων, παρά το γεγονός ότι η Μόσχα διαψεύδει όσα λέει ο πρώην (;) επιτελής της. Ίσως, μάλιστα, όλα αυτά δεν μπορούν να αγνοηθούν, ακριβώς, επειδή η Μόσχα τα διαψεύδει.

Κατόπιν τούτων, το πολιτικοστρατιωτικό επιτελείο της Ουάσινγκτων βρίσκεται, σε πολύ δυσχερή θέση, αφού δεν μπορεί να διαχειρισθεί την δεδομένη ήττα των Η.Π.Α., στην συριακή επικράτεια, ενώ δεν έχει την αληθή βούληση να αντιπαρατεθεί, σε πολεμικό επίπεδο, με την ρωσική υπερδύναμη, αφού γνωρίζει, εκ των προτέρων, τις καταστροφικές συνέπειες, τις οποίες θα υποστεί, εάν προβεί, στο όποιο απονενοημένο διάβημα, το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί, από την ρωσική ηγεσία, ως απειλή, για την ύπαρξη και την ασφάλεια του ρωσικού κράτους.

Ως εκ τούτου, το τί μέλλει γενέσθαι, έχει ύψιστη σημασία, ενώ δεδομένο είναι ότι η συνέχεια θα είναι συναρπαστική. Και ως εκ τούτου, πολύ επικίνδυνη...



Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Οι σχεδιαστές της διεθνούς πολιτικής της Ουάσινγκτων ενώπιον των οδυνηρών διλημμάτων που τίθενται από την διαφαινόμενη, ως βέβαιη, απώλεια της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α. (Η ήττα των Αμερικανών, στην Συρία, οι ρωσικές απαιτήσεις και η ταχεία άνοδος της Κίνας, φέρνουν, στην επιφάνεια, τον κίνδυνο ενός μαζικού πρώτου πυρηνικού πλήγματος).



Οι Η.Π.Α. παραμένουν η χώρα εκείνη, η οποία δαπανά τα πιο πολλά χρήματα - μακράν, πολύ περισσότερο, από όλες τις άλλες -, για τις ένοπλες δυνάμεις της. Ακολουθεί, με αυξανόμενους ρυθμούς η Κίνα και μετά, όλοι οι άλλοι, με την Ρωσία να υπολείπεται της Σαουδικής Αραβίας. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι ο πίνακας αυτός δεν είναι, ούτε καν, ενδεικτικός, αφού οι πραγματικοί στρατιωτικοί προϋπολογισμοί της Κίνας και της Ρωσίας, είναι άγνωστοι, στο πολύ κοινό, αφού τα μεγέθη, που ανακοινώνονται, αποτελούν απλές εκτιμήσεις, οι οποίες δεν μπορούν να διασταυρωθούν. Φυσικά, κάτι ανάλογο, πιθανότατα, σε μικρότερο (αλλά όχι ασήμαντο) βαθμό, συμβαίνει και στους αμερικανικούς προϋπολογισμούς. Ως εκ τούτου, τα μεγέθη αυτά είναι χρήσιμο να αντιμετωπίζονται, με την σχετικότητα, που τους αρμόζει.


Αυτοί, που κατευθύνουν την αμερικανική στρατηγική πολιτική και κάθε ημέρα, ανασκοπούν, αναλογίζονται και λαμβάνουν τις αποφάσεις, για την εξωτερική πολιτική της Ουάσινγκτων, είναι περισσότερο από προφανές ότι δυσαρεστούνται και αισθάνονται πολύ άβολα, από τις τρέχουσες εξελίξεις και από την προβολή των αποτελεσμάτων τους στο εγγύς και στο απώτερο μέλλον.

Η κυριαρχία των αμερικανικών ελίτ, στον πλανήτη έχει κλονισθεί και έχει βλαβεί, ανεπανόρθωτα. Η πρωτεύουσα θέση, στην υφήλιο και η ανάλογη ισχύς των Η.Π.Α., στον οικονομικό και στον γεωπολιτικό τομέα, οδεύουν, στο να μετατραπούν, σε ένα απλό περιστατικό, το οποίο θα πάρει και αυτό την δική του θέση, ανάμεσα στα ανάλογα πολλά και ποικίλα περιστατικά, που έχουν προκύψει και έχουν καταγραφεί, κατά την διάρκεια των απρόβλεπτων διαδρομών της Ιστορίας.

Η αναμενόμενη, ως βέβαιη, αμερικανική ήττα, στην Συρία, που συνοδεύεται και από την πλήρη κυριαρχία της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν και του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος του σιιτικού κλάδου του Ισλάμ, στον χώρο αυτόν, αλλά και η βαρύτατη αμερικανονατοϊκή ήττα, στα εδάφη του Αφγανιστάν, όπου, μετά, από έναν, σχεδόν, 16ετη πολυαίμακτο και δαπανηρό πόλεμο, οι πολεμικές δυνάμεις των Ταλιμπάν κυριαρχούν, στην αφγανική επαρχία και θα καταλάβουν την εξουσία, όταν οι ξένοι στρατοί υποχρεωθούν να αποχωρήσουν, οδηγεί τον σκληρό πυρήνα του βαθέος αμερικανικού κράτους, στην απελπισία και σε συμπεριφορές και πρακτικές, οι οποίες είναι ριψοκίνδυνες, ως προς τα αποτελέσματά τους και επικίνδυνες​, ως προς τις άμεσες επιπτώσεις τους.

Δεν είναι περίεργη αυτή η έκφραση της τρέχουσας εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής πρακτικής της Ουάσινγκτων. Είναι αναμενόμενη και ανταποκρίνεται στους βαθύτατους φόβους της αμερικανικής ελίτ, η οποία θέλει (και πρέπει) να αποδείξει ότι είναι και παραμένει ικανή να επιβάλει​ τις επιθυμίες της και ότι είναι και παραμένει το αφεντικό, στον πλανήτη. Γι' αυτούς​ τους ουσιώδεις λόγους, η αμερικανική πολιτική διακρίνεται από έναν εγγενή τυχοδιωκτισμό, που ενέχει το στοιχείο της ριψοκινδυνότητας και της αστοχασίας.

Η αλματώδης αύξηση των πολεμικών δαπανών, στον κρατικό προϋπολογισμό του 2018, από τα 521,8 δισ. $, που εκτιμάται ότι θα φθάσουν το 2017, στα 574,5 δισ. $ (αύξηση της τάξεως του 10,10%), είναι ένα σαφές δείγμα​, για τις προθέσεις της Ουάσινγκτων, αλλά δεν είναι εκεί, που εντοπίζεται η ακραία και άμεση επικινδυνότητα​ και ο τυχοδιωκτισμός της αμερικανικής εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής, η οποία χαρακτηρίζεται από τις σπασμωδικές κινήσεις ενός γίγαντα, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι οι χρόνοι της παντοδυναμίας του ευρίσκονται εν αποδρομή.

Ο εντοπισμός του τυχοδιωκτισμού, στην αμερικανική εξωτερική και στρατιωτική πολιτική αφορά την τρέχουσα στρατιωτική δραστηριότητά της, έτσι όπως αυτή εκφράστηκε, με την πρόσφατη κατάρριψη του συριακού πολεμικού αεροσκάφους, στον συριακό εναέριο χώρο, μία δραστηριότητα, η οποία μπορεί να ανταποκρίνεται στην προστασία των συμμάχων της, στην περιοχή, αλλά αποτελεί συνέχεια του βομβαρδισμού της συριακής αεροπορικής βάσης, τον περασμένο Απρίλιο.

Βέβαια, εκείνη την εποχή, η αμερικανική πολεμική αεροπορία, αμέσως μετά τον​ βομβαρδισμό της βάσης, έπαυσε, επί έναν μήνα, τις πτήσεις της, στον συριακό εναέριο χώρο, επειδή οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις διέκοψαν κάθε επαφή με τις αμερικανικές, καθιστώντας​ σαφές ότι θα κατερρίπτετο κάθε αεροπλάνο, που θα πετούσε και δεν θα είχε την έγκριση των συριακών και των ρωσικών πολεμικών αρχών και τις ξανάρχισε, όταν οι Ρώσοι αποφάσισαν να ανοίξουν και πάλι, τον δίαυλο της επικοινωνίας, με τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις, στην περιοχή, αλλά, παρά ταύτα, η Ουάσινγκτων δεν έβγαλε τα πρέποντα συμπεράσματα και αποφάσισε, ίσως και λόγω των πιεστικών αναγκών, που προέκυψαν, από τις περιστάσεις, να καταρρίψουν το συριακό πολεμικό αεροπλάνο, το οποίο το καθεστώς του πατρός Άσαντ προμηθεύτηκε, από την αλήστου μνήμης "Ε.Σ.Σ.Δ.".

Όπως ήταν φυσικό και απόλυτα, αναμενόμενο, αμέσως, μετά την κατάρριψη του συριακού πολεμικού, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις διέκοψαν, για μία ακόμη φορά, τις επαφές, με τις αμερικανικές, διακηρύσσοντας ότι θα καταρρίπτονται, ως αγνώστου ταυτότητος, όλα τα αεροπλάνα των Αμερικανών και των συμμάχων τους, που θα πετούν, δυτικά του Ευφράτη ποταμού, φέρνοντας, σε δυσχερή θέση, τα σχέδια της Ουάσινγκτων. Αυτό, άλλωστε, θα πρέπει να ήταν (και ήταν) εκ των προτέρων, γνωστό, στο αμερικανικό επιτελείο.

Αλλά, όπως συμβαίνει, συνήθως, σε αυτού του είδους τα παίγνια τακτικής, τα οποία εντάσσονται, στα πλαίσια της στρατηγικής στόχευσης των αντιπάλων υπερδυνάμεων, η ρωσική απάντηση, στην κατάρριψη του συριακού πολεμικού αεροσκάφους, που πραγματοποιήθηκε, στις 18 του τρέχοντος μηνός, δεν έμεινε και δεν περιορίστηκε, στον χώρο, που διεξάγονται οι μάχες, για τον έλεγχο των εδαφών, στην Συρία. Επεκτάθηκε, άμεσα, στον εναέριο χώρο της Βαλτικής Θάλασσας, όπου ρωσικά πολεμικά αεροσκάφη πλησίασαν - σύμφωνα, με τους αμερικανικούς ισχυρισμούς -, "επικίνδυνα", κάποια αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη, που έκαναν πτήσεις, στον χώρο αυτόν και φυσικά, το γεγονός αυτό δεν υπήρξε τυχαίο. Ήταν μία σαφής προειδοποίηση των ορίων, που έχουν επιβληθεί, στους Αμερικανούς και το ΝΑΤΟ, από την ρωσική πλευρά, εντός των οποίων αυτοί είναι υποχρεωμένοι να κινούνται.

Ως εκ τούτου, το ερώτημα, που τίθεται, αφορά τις πραγματικές επιχειρησιακές προθέσεις και τους ευρύτερους στόχους των Αμερικανών, οι οποίοι, προφανώς, δεν δρουν, ερασιτεχνικά. Κάθε άλλο. Τυχοδιωκτισμό, προφανώς, επιδεικνύουν, αλλά, ερασιτέχνες δεν είναι οι σχεδιαστές της τρέχουσας αμερικανικής πολεμικής τακτικής και στρατηγικής, η οποία, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται το ρωσικό γενικό επιτελείο, στοχεύει, στην δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων, για ένα άμεσο πολεμικό και φυσικά, πυρηνικό πλήγμα, κατά της Ρωσίας, το οποίο θα εξασφαλίζει και την πλήρη κατάρρευση της.

Μπορεί αυτός ο ισχυρισμός να ενέχει όλα τα στοιχεία μιας προπαγανδιστικής αφήγησης, που ταιριάζει, πλήρως, στις ανάγκες του ρωσικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος συμφερόντων, που έχει εγκαθιδρυθεί, στην μεγάλη αυτή χώρα, από την σοβιετική εποχή (και προφανώς, τα έχει), αλλά δεν είναι άνευ αντικειμένου. Έχει περιεχόμενο. Όπως έχει περιεχόμενο και ο διαρκής φόβος του αμερικανικού επιτελείου, που εστιάζεται, στις προθέσεις της ελίτ του βαθέως ρωσικού κράτους, για ένα μαζικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα, που θα έθετε, εκτός μάχης, τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Η ρωσική πυρηνική ισχύς είναι πολύ μεγάλη και φυσικά, μπορεί να αποκτήσει αυτή την δυνατότητα.

Σε αυτή την ισορροπία τρόμου βρίσκονται οι δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις και αυτοί είναι οι καθημερινοί φόβοι των επιτελείων τους, όσο και αν αυτό ακούγεται, στα αυτιά, σχεδόν, όλων, ως υπερβολικό. Δεν είναι, καθόλου, υπερβολικό. Αποτελεί μία σκληρή αλήθεια, η οποία, απλούστατα, περιγράφει την ωμή πραγματικότητα.

Ως εκ τούτου, η κατάρριψη του συριακού πολεμικού αεροσκάφους, από τους Αμερικανούς, κινείται, μέσα, σε κάποια συγκεκριμένα πλαίσια και εκφράζει την στόχευση του αμερικανικού επιτελείου, η οποία προσδιορίζεται από την βούληση της Ουάσινγκτων να επιβεβαιώνεται, κατά καιρούς, η αντίστοιχη βούληση της ρωσικής κυβέρνησης να συνεχίσει την πολιτική των απαγορεύσεων και των υπαγορεύσεων, στην συμπεριφορά των Αμερικανών, στα πεδία των συριακών μαχών, αλλά και η ικανότητα της ρωσικής​ στρατιωτικής μηχανής να αντιμετωπίσει την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, στην Συρία και αλλαχού.

Τα χειρότερα, όμως, για το αμερικανικό επιτελείο, δεν εξαντλούνται, σε αυτή την διπλή αντίδραση των Ρώσων. Οι Αμερικανοί βρέθηκαν ενώπιον μιας εφιαλτικής, για τους ίδιους και τους συμμάχους τους, στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, εξέλιξης, όταν οι Ρώσοι έφεραν στο προσκήνιο των μαχών, την ιρανική στρατιωτική μηχανή, επιτρέποντας, στην ιρανική στρατιωτική ηγεσία να βομβαρδίσει, με πολλαπλά κτυπήματα βαλλιστικών πυραύλων, πιθανότατα, τους αντικαθεστωτικούς, στην Συρία και κυρίως τις θέσεις των μαχητών του Ισλαμικού Κράτους.

Τα πολύ απλά αυτά μηνύματα, που εξέπεμψε η ρωσική ηγεσία και η επίσημη ενεργοποίηση της ιρανικής στρατιωτικής μηχανής, καθιστούν σαφές, στην Ουάσινγκτων, ότι δεν έχει καμμία ελπίδα, στο μέτωπο των συριακών μαχών. Η ήττα των Αμερικανών και των συμμάχων τους είναι βέβαιη και θεωρείται, πλέον, ως δεδομένη. Και φυσικά, είναι χρήσιμο, για την αμερικανική κυβέρνηση, να αποδεχθεί αυτή την δυσμενή, για τα αμερικανικά συμφέροντα, προοπτική και να προσαρμοστεί, σε αυτήν.

Αυτό που είναι προφανές, όσον αφορά την Συρία, είναι, συνάμα και πολύ απλό. Απλούστατο :

1) Η Ρωσία δεν πρόκειται να αποδεχθεί τον εδαφικό ακρωτηριασμό, ή τον τεμαχισμό της Συρίας. Δεν βρίσκεται, εκεί, για να εποπτεύσει, στο μοίρασμα των τεμαχίων της χώρας αυτής. Θέλει και θα επιβάλει την ενότητα του συριακού κράτους και της επικρατείας του. Και φυσικά, αυτή η ενιαία Συρία θα βρίσκεται, κάτω από την εξουσία του Μπασάρ αλ Άσαντ και του μπααθικού καθεστώτος των Αλεβιτών, των κοσμικών σουνιτών και των χριστιανικών μειονοτήτων, που επιβιώνουν, στην περιοχή.

2) Ο Μπασάρ αλ Άσαντ και το μειοψηφικό καθεστώς του θα επιβιώσουν, θα κυριαρχήσουν και θα αναδιοργανώσουν την μεταπολεμική Συρία, εις βάρος των συμφερόντων των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους, αφού η επιβλητική παρουσία της Ρωσίας και κυρίως, η ανάδυση του Ιράν, ως μιας μεγάλης και μη αντιμετωπίσιμης περιφερειακής δύναμης, συνδυαστικά, θα ανατρέψουν τους αμερικανικούς και τους δυτικούς σχεδιασμούς, με την βοήθεια και των σιιτικών πληθυσμών, στην Αραβική Χερσόνησο και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Αλλά η ρωσική παρουσία, στην Συρία, δεν είναι ο μόνος μπελάς των Αμερικανών. Το ουσιαστικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί είναι οι (κατ' αυτούς) αυθάδεις απαιτήσεις της ρωσικής ηγεσίας, στην Ευρώπη, όπου ο Βλαντιμίρ Πούτιν, με την διακήρυξη του αμυντικού δόγματος της Μόσχας, το οποίο στηρίζεται στην χρήση πυρηνικών όπλων, όταν και αν το ρωσικό στρατιωτικό επιτελείο εκτιμήσει ότι απειλείται η ασφάλεια του ρωσικού κράτους, από τους αντιπάλους του - δηλαδή, από το ΝΑΤΟ και τους Αμερικανούς -, τους οποίους, φυσικά, απειλεί με την χρησιμοποίηση ενός πρώτου πυρηνικού πλήγματος, ανά πάσα στιγμή.

Άλλωστε, οι Αμερικανοί, με πρώτον και καλύτερο τον διαβόητο "mad dog", τον υπουργό Άμυνας, στρατηγό ε.α. James Mattis, γνωρίζουν ότι η ρωσική στρατιωτική ηγεσία έχει κάνει και συνεχίζει να υλοποιεί όλους τους απαραίτητους σχεδιασμούς, για να εμποδίσει τις Η.Π.Α. και το ΝΑΤΟ να κάνουν ό,τι θέλουν, στο στενό περιβάλλον του ευρωπαϊκού χώρου, με πρώτη και καλύτερη την πολλαπλή αντιπυραυλική άμυνα, που, εύκολα, καθίσταται εργαλείο επίθεσης, με την δημιουργία επιτηρούμενων ζωνών στους κρίσιμους εναέριους χώρους, που ενδιαφέρουν την ρωσική στρατιωτική ηγεσία.

Οι ρωσικές απαιτήσεις είναι σαφείς και συγκεκριμένες και εντοπίζονται, στην ουσιαστική παραίτηση των Αμερικανών, από την κυριαρχία, στον ευρωπαϊκό χώρο και στην αντικατάστασή της, από μια κάποια μορφή συγκυριαρχίας, με την δημιουργία συγκεκριμένων και καθορισμένων ζωνών επιρροής. Αυτές τις απαιτήσεις, η Ουάσινγκτων δεν είναι, ακόμη, έτοιμη να τις αποδεχθεί. Μπορεί, στο παρασκήνιο, να τις συζητεί, αλλά, έως τώρα, δεν έχει φθάσει στο σημείο να τις αποδεχθεί. Και ως εκ τούτου, προφανώς, προσπαθεί να τις αποφύγει.

Αλλά η Ρωσία δεν είναι ο μόνος, ούτε ο χειρότερος εφιάλτης των Αμερικανών. Ο χειρότερος εφιάλτης τους είναι η Κίνα, ως αποτέλεσμα των δικών τους στρατηγικών λαθών, τα οποία εντοπίζονται, στο γεγονός ότι οι αμερικανικές ηγεσίες του παρελθόντος αποδέχτηκαν την ένταξη της Κίνας, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, χωρίς να προβλέψουν την ανεξέλεγκτη δυναμική, που θα ακολουθούσε, ως επακόλουθο και η οποία θα καθιστούσε, μέσα σε λιγότερο, από 20 χρόνια, το Πεκίνο μια ανερχόμενη υπερδύναμη, η οποία θα αποκτούσε μια αυτοτροφοδοτούμενη και εκτός ελέγχου, μεγέθυνση της ισχύος της.

Η πικρή, για τους Αμερικανούς, αλήθεια, είναι ότι η ισχύς της Κίνας, μάλιστα, έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε, σε όχι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, από σήμερα, οι άρχοντες του Πεκίνου (το γεγονός ότι αυτοί αποτελούνται, από την γραφειοκρατία του κινεζικού Κ. Κ. είναι, γεωπολιτικά και ιστορικά, εντελώς, αδιάφορο, αφού το ίδιο θα συνέβαινε, εάν αντί των κομμουνιστών διαδόχων του Mao Zedong, στην ηγεσία της χώρας, θα είχαν βρεθεί, οι εθνικιστές διάδοχοι του Κουόμινταγκ και του Chiang Kaishek) να μπορούν να εκτοπίσουν την Ουάσινγκτων, από την πλανητική πρωτοκαθεδρία. Εκτός εάν, μέσα στον χρόνο, που μεσολαβεί, η Ουάσινγκτων προβεί σε εκείνες τις ενέργειες, που θα ανασχέσουν την αύξουσα και ανεξέλεγκτη κινεζική δυναμική και οι οποίες ενέργειες θα καθίστανται αναποτελεσματικές και ολοένα και περισσότερο δραματικές, όσο οι Αμερικανοί χρονοτριβούν.

Η ουσία, στην όλη υπόθεση είναι ότι η κινεζική ηγεσία έχει ρίξει όλο το βάρος της, στην γοργή ανάπτυξη των συμβατικών (και όχι, μόνο) στρατιωτικών της δυνάμεων, η δράση των οποίων μπορεί, στην παρούσα φάση, να εντοπίζεται, κυρίως, στον άμεσο χώρο, που περιβάλλει την Κίνα, αλλά η απώτερη στόχευση του Πεκίνου επεκτείνεται, στην ενίσχυση της πλανητικής​ κλίμακας​ δράσης των ενόπλων δυνάμεων του κινεζικού κράτους.

Στο παρόν στάδιο, η αμερικανική ηγεσία βλέπει, έντρομη ότι η δυναμική των εξελίξεων, εάν αυτές αφεθούν, ως έχουν, οδηγεί, σύντομα, στην απώλεια της αμερικανικής κυριαρχίας​ στις θάλασσες της Νότιας Κίνας, στην οποία διακινούνται, ετησίως, εμπορεύματα, η αξία των οποίων φθάνει, όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές, γύρω στα 5 τρισ. $.

Και φυσικά, αυτή η απώλεια δεν θα μείνει εκεί. Προφανώς, θα επεκταθεί και στην​ θάλασσα που περιβάλλει την κορεατική χερσόνησο και την Ιαπωνία, γεγονός, το οποίο θα οδηγήσει, στον εξοβελισμό των Αμερικανών, από την περιοχή και στην δορυφοροποίηση των τωρινών συμμάχων της Ουάσινγκτων. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα δεν θα μπορέσουν να αντισταθούν, στην κινεζική πίεση, ενώ, ακόμη και η Αυστραλία, όπως και η Νέα Ζηλανδία θα βρεθούν, σε δύσκολη θέση.

Με αυτά τα δεδομένα, η πρωτοκαθεδρία των Αμερικανών, στην Άπω Ανατολή, οδεύει, προς ένα άδοξο και πιθανότατα, οδυνηρό τέλος.

Αλλά το κακό, άδοξο και οδυνηρό τέλος της αμερικανικής κυριαρχίας δεν θα περιοριστεί, στην Άπω Ανατολή και στις θάλασσες της περιοχής αυτής. Υπάρχει και συνέχεια, η οποία θα είναι, ακόμη χειρότερη, αφού η παρουσία και οι συνδυαστικές επιπτώσεις και οι δράσεις της Κίνας και της Ρωσίας, οδηγούν, στην ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης και της "πλανητικής τάξης πραγμάτων", δηλαδή της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, στην υφήλιο.

Η αναμενόμενη ταχεία κατασκευή και ανάπτυξη, μέχρι το 2025, δύο ευάριθμων στόλων​, από ρωσικά και κινέζικα αεροπλανοφόρα και άλλα πλοία επιφανείας και υποβρύχια, καθώς και επίγειων βάσεων, με στόχο την καταστροφή του στόλου του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού και της κυριαρχίας του, στις θάλασσες της υδρογείου και μάλιστα, από μεγάλες αποστάσεις, με την χρήση πυραυλικών συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς, οδηγεί τις εξελίξεις, προς αυτή την κατεύθυνση.

Πράγματι, αυτοί που αποτελούν το βαθύ αμερικανικό κράτος, αντιλαμβάνονται, με βαθύ και απέριττο τρόμο, ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα της Κίνας και της Ρωσίας, που είναι προϊόντα και αποτελέσματα της ένταξης τους, με τις ευλογίες της Ουάσινγκτων, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αμφισβητούν, ευθέως και οδηγούν, στην πλήρη ανατροπή της παγκόσμιας κυριαρχίας των Η.Π.Α. και του Δυτικού Συνασπισμού, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.

Υπ' αυτές τις συνθήκες, γίνεται κατανοητό ότι, όχι μόνο, αμφισβητείται η παγκόσμια εναέρια, θαλάσσια, όπως και η υποβρύχια αμερικανική κυριαρχία, αλλά, εκ παραλλήλου, έχουν τεθεί οι ασφαλείς και βέβαιες βάσεις, για την ανατροπή της, η οποία δεν θα αργήσει να πραγματοποιηθεί (εάν και όσο αυτό δεν ​έχει, ήδη, εν μέρει, συμβεί).

Για τους λόγους αυτούς, οι γεωπολιτικές ισορροπίες και η γενική κατάσταση, που έχουν διαμορφωθεί, στον πλανήτη, δημιουργούν ένα κλίμα, το οποίο είναι, άκρως, επικίνδυνο, αφού η αμερικανική υπερδύναμη δεν έχει, ακόμη, εκτοπισθεί, ενώ, από την άλλη πλευρά, οι αντίπαλες της Ουάσινγκτων δυνάμεις, δεν είναι έτοιμες να την αντικαταστήσουν και δεν έχουν συμπτύξει συμμαχία, πιστεύοντας ότι μπορούν να διαπραγματευθούν και να επιτύχουν (κυρίως, η Ρωσία), μία συμφέρουσα συμμαχία, με τις Η.Π.Α.

Αυτή η παρατεταμένη, επαμφοτερίζουσα και επισφαλής ισορροπία, στις σχέσεις, ανάμεσα, στις παλαιές υπερδυνάμεις και στον ανερχόμενο κινεζικό γίγαντα, μαζύ με μία σειρά από εσφαλμένες (ή και μη εσφαλμένες) εκτιμήσεις, μπορούν, κάλλιστα, να οδηγήσουν, σε μία ξαφνική και εκτεταμένη σύγκρουση, μεταξύ Η.Π.Α. - Ρωσίας - Κίνας, στην διεξαγωγή της οποίας, με οποιαδήποτε αφορμή, μπορούν να καταφύγουν οι δύο παλαιές πυρηνικές υπερδυνάμεις, οι οποίες έχουν και το στρατηγικό πλεονέκτημα, για να προβούν σε ένα τέτοιου είδους δραματικό και εξοντωτικό κτύπημα.

Έτσι, με δεδομένο τον ρόλο του μπαλαντέρ, που φαίνεται να επιφυλάσσει, για τον εαυτό της, η ρωσική ηγεσία, αναμένοντας τις αντιπροσφορές της Ουάσινγκτων, η αμερικανική κυβέρνηση είναι εκείνη, που αποτελεί έναν υπαρκτό και πραγματικά, άμεσο κίνδυνο, για την πραγματοποίηση ενός ξαφνικού και εξολοθρευτικού πρώτου μαζικού πυρηνικού πλήγματος κατά της Ρωσίας, ή/και ενός μερικού πυρηνικού και συμβατικού πλήγματος, κατά της Κίνας, στοχεύοντας, στην ανάσχεση των διεθνών​ ανταγωνιστών και αντιπάλων της.

Το ερώτημα, που γεννάται, δεν είναι το, εάν η αμερικανική ηγεσία επιθυμεί ένα τέτοιο κτύπημα, το οποίο θα μπορούσε να εξολοθρεύσει τους αντιπάλους της, ή να τους τρομοκρατήσει τόσο, ώστε αυτοί να υποταχθούν, στους όρους και στους κανόνες μιας αναθεωρημένης, επί τα χείρω, "Pax Americana".

Προφανώς, η αμερικανική ηγεσία, είτε αυτή εκφράζεται από την κυβέρνηση του Donald Trump, είτε από οποιαδήποτε άλλη, το επιθυμεί, αφού θα έλυνε, δραστικά, το ουσιώδες και εν πολλοίς, ανυπέρβλητο, κάτω από ομαλές συνθήκες, πρόβλημα, που αντιμετωπίζει και το οποίο δεν είναι άλλο, από την δεδομένη απώλεια της πλανητικής πρωτοκαθεδρίας, την οποία, ακόμη (θεωρεί ότι) απολαμβάνει.

Βέβαια, η ηθική απαξία μιας τέτοιας ενέργειας είναι, σαφώς, τεράστια και βαρύτατη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ασήκωτη και μη δικαιολογήσιμη, ως χρήσιμη και απαραίτητη, αφού αυτή πραγματοποιηθεί και εφόσον αποβεί επιτυχής. Πάντοτε, υπάρχουν οι κατάλληλοι ιδεολογικοπολιτικοί μηχανισμοί, που συγκροτούν την κοινωνική ψευδή συνείδηση και οι οποίοι, ως κλασικοί μηχανισμοί της προπαγάνδας του νικητή, θα δικαιώσουν και θα καθαγιάσουν την πράξη του αυτή, όσο αποτρόπαιη και είναι.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι, αν η αμερικανική ηγεσία θέλει να καταφέρει, στους ανταγωνιστές της, για την παγκόσμια κυριαρχία, ένα μαζικό και εξοντωτικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα, που θα τους έθετε, εκτός μάχης, ή που θα τους εξανάγκαζε, στην πλήρη υποταγή και στην μετατροπή τους, σε σύγχρονους παρίες, στην διεθνή σκηνή, μέσα από τον κατατεμαχισμό και την αποικιοποίησή τους.

Το ζήτημα είναι, εάν οι αποτελούντες το βαθύ αμερικανικό κράτος έχουν την δυνατότητα να καταφέρουν ένα τέτοιο πλήγμα, στους αντιπάλους τους, χωρίς να καταστραφούν. Και εδώ, τα πράγματα δεν είναι και τόσο σαφή, όσο πολλοί - δηλαδή η μεγίστη πλειοψηφία των ανθρώπων - νομίζουν. Είναι περισσότερο πολύπλοκα, από όσο φαίνονται.

Γενικά, μιλώντας, φαίνεται ότι η αμερικανική στρατιωτική μηχανή (παράρτημα της οποίας είναι το ΝΑΤΟ) δεν μπορεί να καταφέρει ένα τέτοιο μαζικό πρώτο πυρηνικό πλήγμα, στους κύριους και βασικούς αντιπάλους της (Κίνα - Ρωσία), χωρίς καταστροφικά αντίποινα, τα οποία θα εξαφάνιζαν τις Η.Π.Α. και την Δύση, από τον παγκόσμιο χάρτη.

Αυτή η διαπίστωση, όμως, όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, δεν αποθαρρύνει το αμερικανικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, από το να προσπαθεί να βρει και να κατασκευάσει εκείνα τα οπλικά συστήματα, που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις και να υλοποιήσουν την πιθανότητα, για την επιτυχή υλοποίηση μιας τέτοιας στρατιωτικής επιχείρησης. Κάθε άλλο. Οι Η.Π.Α. δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια, όσο και αν αυτή φαίνεται, ως απονενοημένη. Και αυτό το πράττουν διότι οι ειδικοί γνωρίζουν ότι, στην ζωή και στην Ιστορία, τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο και τίποτε δεν είναι απονενοημένο, όσο αυτό εξαρτάται από τα έργα των ανθρώπων και ευρύτερα των, ιεραρχικά, δομημένων κοινωνιών.

Άλλωστε, τα πράγματα, στην τρέχουσα διεθνή σκηνή και στο επίπεδο των στρατιωτικών ισορροπιών, είναι πολύ μπλεγμένα και τούτο διότι η Ουάσινγκτων, ως ενεργή παγκόσμια υπερδύναμη, βρίσκεται, σε πλεονεκτική θέση, απέναντι στην ανερχόμενη Κίνα, στην οποία μπορεί να καταφέρει ένα μαζικό πυρηνικό πρώτο πλήγμα και να επιβιώσει, από τα όποια αντίποινα υποστεί, από το Πεκίνο.

Το δυστύχημα, για τους Αμερικανούς ηγέτες, είναι ότι αυτό το τακτικό και στρατηγικό πλεονέκτημα, που έχουν, έναντι της Κίνας, δεν το έχουν, έναντι της Ρωσίας, αφού η ρωσική πυρηνική ισχύς είναι τέτοια, που μπορεί να ανταποδώσει ένα πυρηνικό πρώτο πλήγμα, προερχόμενο από την Ουάσινγκτων και να καταστήσει τις Η.Π.Α. και τους συμμάχους τους, μια τεράστια πυρηνική σκόνη.

Και ακόμη, χειρότερα, για την αμερικανική ηγεσία, αυτή η αποτρεπτική δυνατότητα, που έχει η Ρωσία, εξ αιτίας του τεράστιου πυρηνικού οπλοστασίου της, επιτρέπει, στην Κίνα, να μπορεί να διατηρείται, ως ανερχόμενη υπερδύναμη και να απολαμβάνει μια άτυπη προστασία, από το ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο, επειδή οι ηγέτες της Μόσχας δεν μπορούν να αποδεχθούν και να επιτρέψουν μια ανεξέλεγκτη πυρηνική επίθεση, κατά της Κίνας, αφού δεν θα γνωρίζουν, το πού κατευθύνονται οι αμερικανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι, που θα φέρουν τις πυρηνικές κεφαλές και οι οποίοι, κάλλιστα, θα μπορούν να μην αφορούν, μόνο, την Κίνα και τις στρατιωτικές της δυνάμεις, αλλά και την ίδια την Ρωσία, παρά τις όποιες ενδεχόμενες διαβεβαιώσεις των Αμερικανών, που μπορεί να έχουν προϋπάρξει.

Φυσικά, αυτή η πολύπλοκη πραγματικότητα καθιστά, ακόμη, πιο δυσχερή την θέση των Η.Π.Α. και των εκπροσώπων του βαθέος κράτους της αμερικανικής υπερδύναμης, που πρέπει να πάρουν τις σχετικές αποφάσεις, για το μέλλον της χώρας αυτής και ως προς το κρίσιμο διακύβευμα, που αφορά την κυρίαρχη θέση της, στον πλανήτη.

Υπό το φως αυτών των αμείλικτων δεδομένων, που ανέδειξαν και ουσιαστικά, επανέφεραν, στο ιστορικό προσκήνιο, μέσα από την αποτυχία της παγκοσμιοποίησης, ως αμερικανικού εθνικού σχεδιασμού, για την διατήρηση της παγκόσμιας κυριαρχίας των Η.Π.Α., την δύναμη των μεγάλων εθνικών συνόλων και κρατών, τα ζητήματα, που αφορούν τα πράγματα και τις ισορροπίες, στην παγκόσμια σκηνή, έχουν καταστεί, πολύ επικίνδυνα, αφού η σύγκρουση των παλαιών υπερδυνάμεων (Η.Π.Α. - Ρωσίας) και της Κίνας, ως νέας αναδυόμενης υπερδύναμης, αποτελεί έναν κίνδυνο, που, όπως έχουμε, ήδη, αναφέρει, είναι, ανά πάσα στιγμή, πιθανός.

Και φυσικά, το τί θα συμβεί - χωρίς αυτό να καθίσταται μοιραίο - μένει να το δούμε...