Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Από τον Robert Mundell, στην Margaret Thatcher και από αυτούς, στην Συνθήκη του Maastricht. (Ένα οδοιπορικό στις αιτίες της αποτυχίας της ευρωζώνης και στα αδιέξοδα της ευρωπαϊκής ενοποίησης).





Η Συνθήκη του Μάαστριχτ γέννησε ελπίδες, οι οποίες υπήρξαν ψευδείς. Και αυτό δεν άργησε να φανεί...



Στο προηγούμενο δημοσίευμα εξετάσαμε την σοφή επιφυλακτική θέση του Ανδρέα Παπανδρέου, απέναντι στην διαδικασία της ευρωπαϊκης "ενοποίησης", έτσι όπως αυτή εκφράστηκε, με την ευρωπαϊκή νομισματική και οικονομική ένωση, που βασικό της πυλώνα είχε την Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία υπογράφηκε, πανηγυρικά, στις 7/2/1992 και πέρασε, μέσα από μια επίπονη διαδικασία επικυρώσεων από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δεν ήταν, πάντοτε εύκολη. Η δυσκολία υπήρξε στις χώρες, που προκήρύχθηκαν δημοψηφίσματα, για την κύρωσή της και ιδίως στην Γαλλία και στην Δανία, αφού στην Γαλλία τον Σεπτέμβριο του 1992, η Συνθήκη υπερψηφίστηκε από το 51% του εκλογικού σώματος, ενώ στην Δανία αρχικά καταψηφίστηκε, από το εκλογικό σώμα, για να υπερψηφιστεί, με νέο δημοψήφισμα, αργότερα και αφού είχε μεσολαβήσει η Συνθήκη του Εδιμβούργου, η οποία εξαιρούσε την Δανία από τα τέσσερα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ. 

(Στην ανέμελη Ελλάδα ουδέποτε κάποιο ζήτημα που αφορούσε την Ε.Ο.Κ. / Ε.Ε. και την θέση της χώρας μας σε αυτήν, τέθηκε στην κρίση του πληθυσμού της. Η πολιτική ελίτ φοβούμενη ότι μπορεί να βρισκόταν, ενώπιον εκπλήξεων, απέφυγε συστηματικά, την υποβολή οποιουδήποτε ερωτήματος στο ελληνικό εκλογικό σώμα. Και φυσικά, έπραξε ανοήτως, διότι τώρα δεν έχει το άλλοθι της συνυπευθυνότητας του πληθυσμού, επωμιζόμενη, πλήρως και αμμερίστως, την ευθύνη για την λήψη των σχετικών αποφάσεων, που οδήγησαν την ελληνική οικονομία και κοινωνία στην παρούσα και εξελισσόμενη καταστροφή. Όχι, βέβαια, ότι μια οποιαδήποτε δημοψηφισματική διαδικασία, που θα οδηγούσε σε κατάφαση του εκλογικού σώματος στις δικές της καταστροφικές επιλογές, θα μετρίαζε τις πρωταρχικές ευθύνες της στρατηγικά ανόητης πολιτικοοικονομικής ελίτ του τόπου, αλλά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ως ένα φύλλο συκής, το οποίο, όμως, αφρόνως ποιούσα, δεν τόλμησε να εξασφαλίσει, προτιμώντας, πάντοτε, την εύκολη και άκοπη κοινοβουλευτική διαδικασία κύρωσης όλων των σημαντικών πράξεων και συνθηκών που αφορούσαν την Ε.Ο.Κ./Ε.Ε., την Ο.Ν.Ε. και την ευρωζώνη. Και για να είμαι, αντικειμενικός, οφείλω να πω ότι από όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, μόνο το Κ.Κ.Ε. είχε σαφή αρνητική στάση, σε όλες τις ψηφοφορίες. Μπορεί να το έπραξε για λάθος λόγους. Αλλά το έπραξε. Και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να επωμισθεί οποιαδήποτε ευθύνη).

Όπως, σωστά, περιέγραψε ο Ανδρέας Παπανδρέου, η Συνθήκη του Μάαστριχτ αδιαφορούσε για την πραγματική και την ουσιαστική ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η ενωμένη Ευρώπη δεν περνούσε, μέσα από αυτήν. 

Η Συνθήκη φρόντιζε, κυρίως, για την νομισματική, με την δημιουργία, ως τελικής κατάληξης μιας μακράς πορείας, ενός κοινού νομίσματος και δευτερευόντως, για την οικονομική ένωση, αφού αυτή ήταν ανέφικτη στην συνήθη και κανονική μορφή της, λόγω των ιδιομορφιών του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου, ως προς την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, την επικρατούσα πολυγλωσσία, την έκταση του προστατευτισμού, μέσα στις οικονομίες.

Έτσι, κάθε χώρα που επιθυμούσε να υιοθετήσει το ευρώ έπρεπε να είναι εναρμονισμένη με  τα κριτήρια σύγκλισης που εμπεριέχονταν στην Συνθήκη του Μάαστριχτ. 

Αυτά είχαν τις εξής προϋποθέσεις :

  1. Οι ισοτιμίες του νομίσματος της κάθε χώρας έπρεπε να μείνουν μέσα στη ζώνη που ορίζει ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών για δύο χρόνια, κατ' ελάχιστο όριο.
  2. Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια δεν μπορούσαν να ξεπερνούν περισσότερο από δύο ποσοστιαίες μονάδες τα επιτόκια των τριών καλύτερων κρατών της νομισματικής ένωσης.
  3. Ο πληθωρισμός πρέπει να είναι κάτω από μια  κυλιόμενη, μεν, αλλά, σε κάθες περίπτωση μικρή τιμή αναφοράς. Αυτό σημαίνει ότι, μέσα σε τρία χρόνια οι τιμές δεν έπρεπε να είναι μεγαλύτερες, από 1,5%, σε σχέση με τις αντίστοιχες του καλύτερου κράτους της ευρωζώνης.
  4. Το δημόσιο χρέος πρέπει να είναι μικρότερο από, ή ίσο με, το 60% του ΑΕΠ, ή να κινείται προς την κατεύθυνση αυτή, εμφανίζοντας πτωτική τάση, εφόσον είναι μεγαλύτερο και να τείνει προς το ποσοστό αυτό) και 
  5. Τα ελλείμματα των κρατικών προϋπολογισμών να είναι μικρότερα από - ή ίσα με - το 3% του ΑΕΠ.

Αυτή ήταν η ελπίδα. Ήταν μια φρούδα ελπίδα, αλλά, τότε, αυτή η πραγματικότητα συγκαλύφθηκε, προκειμένου να γίνει πιστευτή η προπαγάνδιση της ψευδούς ιδέας ότι η ευρωζώνη, που σχεδιαζόταν στα χαρτιά και όδευε προς υλοποίηση, θα οδηγούσε στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. 

Φυσικά, η ευρωζώνη της Συνθήκης του Μάαστριχτ και οι Συνθήκες που ακολούθησαν, με τελευταία (πριν την βαθιά διεθνή οικονομική ύφεση του 2008, που κατέστησε σαφείς τις θεσμικές ανεπάρκειες αυτής της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης) την Συνθήκη της Λισαβώνας, που απαγόρευσε, ρητά, οποιαδήποτε διάσωση χώρας της ευρωζώνης, που κινδύνευε με χρεωκοπία, ήταν και απεδείχθη θνησιγενής.




Η Μάργκαρετ Θάτσερ εκφωνεί στην Βουλή των Κοινοτήτων τον περίφημο ιστορικό της λόγο, με τα τρίαχι" στο ευρώ και την ζώνη του. Και φυσικά δικαιώθηκε...

 



Πριν από 22 χρόνια - και κάτι περισσότερο - η Μάργκαρετ Θάτσερ, εκφράζοντας τον κλασσικό βρετανικό σκεπτικισμό, για το επιχειρούμενο εγχείρημα, εκφώνησε στην Βουλή των Κοινοτήτων τον ιστορικό λόγο της με τα τρία "Όχι". Και φυσικά, δικαιώθηκε, πλήρως, προστατεύοντας την Βρετανία από την συμμετοχή της στο καταστροφικό (λόγω θνησιγένειας) εγχείρημα της ευρωζώνης.

Φυσικά, οι λόγοι της παραδοσιακής καχυποψίας των Βρετανών, έναντι της ηπειρωτικής Ευρώπης και των προσπαθειών για την ενοποίησή της, έχουν μια στερεή ιστορική βάση, η οποία εμπεριέχει και τους φόβους των εκάστοτε βρετανικών ελίτ, οι οποίες έβλεπαν και βλέπουν, ακόμη και τώρα, τον κίνδυνο στρατηγικής περιθωριοποίησης της Βρετανίας, στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές περιβάλλον. Αλλά, οι απόψεις των Βρετανών, δεν αντανακλούσαν, απλά και μόνον τους φόβους τους. Οι βρετανικές ελίτ, ως ιστορικός φορέας του σύγχρονου καπιταλισμού και ως κληρονόμοι ενός αυτοκρατορικού πνεύματος αιώνων, μπορούσαν να διακρίνουν αυτό που οι ηπειρωτικοί Ευρωπαίοι ήσαν ανίκανοι να δουν και το οποίο οι Βρετανοί είχαν την οξυδέρκεια να το αφήσουν να εξελιχθεί, προκειμένου να εγκλωβίσουν και να παγιδεύσουν την γερμανική ισχύ, με σκοπό να την περιορίσουν

Η Margaret Thatcher μπόρεσε, από εκείνη την εποχή να διακρίνει και να το πει, ευθαρσώς και επιδεικνύοντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική οξύνεια πως η ευρωζώνη δεν θα μπορούσε να επιβιώσει, κυρίως, για οικονομικούς λόγους, αφού, μέσα στο κοινό νόμισμα δεν θα μπορούσαν να συνεργασθούν τα μεγάλα,αλλά και τα μικρότερα, βιομηχανικά κράτη όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία, η Φιλλανδία, μαζί με τις οικονομίες των μεγάλων βιομηχανικών, αλλά και λιγότερο ανταγωνιστικών κρατών (Ιταλία, Ισπανία, αλλά και Γαλλία) και τις ασθενείς οικονομίες των μικρών κρατών του Βορρά (Ιρλανδία), αλλά και του Νότου (Ελλάδα, Πορτογαλία).

Η καλή φίλη του Ανδρέα Παπανδρέου (λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν την πολύ καλή χημεία που είχε η Μάργκαρετ Θάτσερ, με τον ιδεολογικό της αντίπαλο Ανδρέα Παπανδρέου και τις μακρές συζητήσεις που είχαν, που τραβούσαν, όταν συναντιόντουσαν, πολύ πιο πέρα από το πρωτόκολλο, αφού η Θάτσερ είχε αδυναμία στους γοητευτικούς άνδρες, ενώ ο Ανδρέας ήξερε πως να γοητεύει το άλλο φύλο - και εδώ πρέπει να ειπωθεί, λόγω της γνωστής αδυναμίας του Ανδρέα στον γυναικείο ποδόγυρο και προς αποφυγή παρεξηγήσεων ότι η σχέση τους υπήρξε μόνο φιλική και τίποτε περισσότερο) δεν είχε καμμία αμφιβολία, για το ότι η Γερμανία θα έχει εμμονές με τον πληθωρισμό, ούτε και για το ότι το επίμονα σκληρό ευρώ θα προέκυπτε ότι ήταν ένα θανάσιμο εργαλείο για τις οικονομικά ασθενέστερες χώρες, όποιου μεγέθους και αν ήσαν αυτές. Είτε μικρές, σαν την Ελλάδα, είτε μεγάλες, σαν την Ιταλία, την Ισπανία (ακόμη και την Γαλλία).

Αυτή την κληρονομιά άφησε πίσω της η Margaret Thatcher. Και αυτή η κληρονομιά είναι που καθόρισε την βρετανική πολιτική, απέναντι στην ευρωζώνη από το μακρινό 1990, έως σήμερα, παρά τις όποιες "αναθεωρητικές" τάσεις των διαδόχων της στην πρωθυπουργία της χώρας της, οι οποίες εκφράστηκαν, λελογισμένα, από τον Tony Blair, ο οποίος είναι αλήθεια ότι δεν τόλμησε να προχωρήσει στην κατάργηση της βρετανικής λίρας και στην υιοθέτηση του ευρώ, παρά το γεγονός ότι έκλεινε προς μια τέτοια πολιτική στάση.

Σήμερα, πλέον, είναι η Θάτσερ που επιβεβαιώνεται. Η έλευση της διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008, η κρίση χρέους και οι λειτουργικές αδυναμίες του ευρώ και της ίδιας της ευρωζώνης, η οποία προηγήθηκε από την δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας, απέδειξαν αυτό που ξέραμε όλοι όσοι είχαμε ελάχιστες γνώσεις της οικονομικής επιστήμης και της νομισματικής ιστορίας. Ότι, δηλαδή, η ευρωζώνη είναι ουσιαστικά νεκρή, ενώ η, εκ των πραγμάτων και εκ των ενόντων, προκύπτουσα γερμανική ηγεμονία - μια ηγεμονία, όμως, την οποία αρνούνται να αναλάβουν και να χρηματοδοτήσουν, λόγω υψηλού κόστους, οι γερμανικές ελίτ, οι οποίες αρνούνται την συγχώνευση του κράτους τους και την υποταγή της κοινωνίας τους και των ιδίων, σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κρατικό μόρφωμα -, γεννά ξανά τους, επί μέρους, εθνικισμούς των ευρωπαϊκών λαών.

Άλλωστε, η δημιουργία του ευρώ και της ζώνης του, παρά το γεγονός ότι οι ιδρυτές και των δύο αρνούνται να την προχωρήσουν, μέχρι τις τελικές τις λογικές συνέπειες, επιμένοντας να κρατούν άταφη την ευρωζώνη και να την περιφέρουν, σαν ζόμπυ, ήταν και παραμένει, πρώτ' απ' όλα, μια πολιτική πράξη τεραστίου στρατηγικού μεγέθους και μόνον έτσι μπορεί να αντιμετωπισθεί.


 Αλλά, πέρα από αυτό, οι 17 χώρες που αποτελούν την ευρωζώνη απέχουν πολύ από το να είναι μια κανονική κοινότητα με ένα κοινό νόμισμα και η τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση καθιστά την κατάσταση ακόμη χειρότερη, έως και μη βιώσιμη. Τα σοβαρά προβλήματα χρέους της Ελλάδας και όχι απλώς και μόνον της Ελλάδας, αλλά και σχεδόν όλων των άλλων ευρωπαϊκών κρατών που προσπαθούν χωρίς σοβαρή ελπίδα - και για την ακρίβεια, χωρίς καμμία ελπίδα, όσο ακολουθούν την έως τώρα πεπατημένη και αποτυχημένη διαχείριση της κρίσης της ευρωζώνης - να τα θέσουν, υπό έλεγχο, η Ε.Κ.Τ., οι δανειστές, που τοκογλυφούν, μαζύ με το Δ.Ν.Τ, δείχνουν το βασικό μειονέκτημα της ευρωζώνης που πολλοί - ανάμεσα σε αυτούς και εγώ - έχουμε επισημάνει και το οποίο έγκειται στις ακραίες (αλλά και μέτριες) αποκλίσεις μεταξύ των κρατών και όσον αφορά τους οικονομικούς κύκλους της κάθε εθνικής οικονομίας, τους διαφορετικούς ρυθμιστικούς κανόνες, την ασύμμετρη ανταγωνιστικότητα, την πολυγλωσσία, που μπορούν να κάνουν τα κόστη του ευρώ, ως κοινού νομίσματος και τα πολύπλοκα προβλήματα, που δημιουργούνται, πολύ μεγαλύτερα από τα, αρχικώς και ψευδώς, εμφανιζόμενα, ως πλεονεκτήματά του. Άλλωστε, ούτως, ή άλλως, η υιοθέτηση του ευρώ, ως κοινού νομίσματος απαιτεί από τις χώρες, που το υιοθέτησαν να εγκαταλείψουν την ανεξάρτητη νομισματική τους πολιτική. Κι' αυτό είναι, έτσι κι' αλλιώς, πολύ σοβαρό πρόβλημα, όταν π.χ. μια οικονομία χρειάζεται ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης, ή και ευθεία οικονομική στήριξη, ενώ μια άλλη είναι στα όρια της υπερθέρμανσης και πρέπει να υποστεί επιβράδυνση της εσωτερικής νομισματικής της κυκλοφορίας.


 Ρόμπερτ Μαντέλ : Οικονομολόγος και θεωρούμενος "πατέρας του ευρώ". (Μόνο που το παιδί του δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα δυσλειτουργικό εργαλείο και ένα δύσμορφο ζόμπυ)...



Την αυταπάτη του ευρώ και της ζώνης του την εξέθρεψαν διάφοροι οικονομολόγοι, με πρώτον τον Robert Mundell, που πήρε τον τίτλο του πατέρα του ευρώ.

Ο Μαντέλ ανέπτυξε ένα θεωρητικό σχήμα, το οποίο - υποτίθεται ότι - χρησιμοποιήθηκε, ως εργαλείο, για την πορεία προς την Ο.Ν.Ε. και την δημιουργία της ευρωζώνης. Το σχήμα αυτό αφορούσε μια νομισματική ζώνη μέσα στην οποία τα οφέλη του κοινού νομίσματος θα ήταν δυνατόν να υπερβαίνουν τα κόστη. Διατύπωσε, λοιπόν, ο Μαντέλ την λεγόμενη θεωρία της βέλτιστης νομισματικής περιοχής, έχοντας σαν βάση τα εξής κριτήρια :

1) Συγχρονισμός (λιγότερο, ή περισσότερο) των οικονομικών κύκλων των χωρών που έχουν κοινό νόμισμα.

2) Πλήρης ελευθερία στην διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων, με στόχο να αντισταθμίζονται οι ανισορροπίες στην προσφορά και στην ζήτηση της απασχόλησης.

3) Ευελιξία στις τιμές και τους μισθούς ώστε να μπορούν να εξισορροπούνται οι διαφορές στην ανταγωνιστικότητα.

4) Υπαρξη κοινών δημοσιονομικών πόρων, εάν κάποιο από τα 3 προηγούμενα κριτήρια δεν ικανοποιείται, για να μπορούν οι χώρες, που βρίσκονται, μέσα στην νομισματική ζώνη, να αντιμετωπίζουν την κατάσταση που προκύπτει όπως κάνουν οι ομοσπονδιακές μεταβιβάσεις και οι φοροαπαλλαγές, που λειαίνουν και εξισορροπούν τις οικονομικές ανισότητες μεταξύ των ομοσπονδιακών Πολιτειών των ΗΠΑ.

 
Το κρίσιμο σημείο στο όλο θεωρητικό σχήμα βρίσκεται στο τέταρτο κριτήριο. Το κριτήριο αυτό είναι και η αχίλλειος πτέρνα του σχήματος αυτού, που σχετίζεται με την λειτουργία μιας νομισματικής ένωσης, με κοινό νόμισμα, σε σύγχρονες συνθήκες. Και τούτο διότι η ύπαρξή του παραπέμπει σε άλλο σχήμα, το οποίο είναι παντελώς διάφορο, αυτού του οποίου περιγράφεται από τα άλλα 3 κριτήρια και συνιστά, αλλαγή παραδείγματος διότι, ουσιαστικά,  δεν παραπέμπει στην λειτουργία μιας νομισματικής ζώνης, αλλά οδηγεί σε ένα ομοσπονδιακό κράτος.

Όμως, αυτοί, που έδωσαν υπόσταση στο ευρώ και την ζώνη του, αυτοί που υλοποίησαν τις προβλέψεις της Συνθήκης του Μάαστριχτ, αγνόησαν, πλήρως, αυτή την θεωρητική κατασκευή. Δεν αγνόησαν, μόνον, το 4ο κριτήριο, το οποίο, ούτως, ή άλλως, δεν θέλησαν να το κάνουν πράξη, και τούτο διότι την ευρωζώνη την έκαναν, για να αποφύγουν μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία και όχι για να την δημιουργήσουν, αφήνοντας να επικρέμαται η πεποίθηση ότι το ίδιο το ευρώ θα οδηγούσε σε σύγκλιση των οικονομιών και πρώτο τους μέλημα - με πολλές αντιφάσεις και ανατροπές - φάνηκε ότι ήταν το να επιβάλλουν αυστηρούς ελέγχους στη δημοσιονομική πολιτική των κρατών μελών.

Αγνόησαν και τα άλλα 3 κριτήρια, αφου έβαλαν μέσα στην ευρωζώνη χώρες με οικονομίες οι οποίες ουδεμία σχέση είχαν μεταξύ τους, οι οικονομικοί τους κύκλοι ήσαν εντελώς διάφοροι και αποκλίνοντες και με πλήρως διαφορετική ευελιξία στους μισθούς, στα εισοδήματα και στα κόστη.

Πέρα από την αγνόηση των 4 κριτηρίων για την βέλτιστη λειτουργία μιας σύγχρονης νομισματικής ένωσης χωρών, με κοινό νόμισμα, το θεωρητικό σχήμα έπασχε από την έλλειψη πρόβλεψης μιας ενιαίας εποπτείας του τραπεζικού συστήματος, μέσα την νομισματική ένωση. Αυτή η έλλειψη δημιούργησε, ακόμα περισσότερα προβλήματα, τα οποία ο Μαντέλ δεν στάθηκε δυνατόν να προβλέψει. Και αυτή η έλλειψη οδήγησε στην αποδόμηση της ευρωζώνης, η κρίση της οποίας, πέρα από κρίση χρέους, είναι, σε οικονομικό επίπεδο, πρωτίστως, τραπεζική κρίση, αφού το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα είναι πλήρως χρεωκοπημένο.

Οι εντελώς ξεχαρβαλωμένοι κανόνες δανεισμού και η ανυπαρξία μιας πραγματικής Κεντρικής Τράπεζας, με τον ρόλο του δανειστή της τελευταίας καταφυγής, επέτρεψαν στις τράπεζες της Ιρλανδίας, της Γερμανίας και άλλων κρατών να συσσωρεύσουν τεράστια μεγέθη τοξικών χρεών, από ενυπόθηκα στεγαστικά και λοιπά καταναλωτικά δάνεια, που απλώθηκαν μέχρι τα κρατικά χρεόγραφα των ασθενέστερων κρατών της ευρωζώνης, επί των οποίων έγινε μια συστηματική κερδοσκοπία, στην οποία βασικό ρόλο έπαιξε η Ε.Κ.Τ. και την οποία στήριξαν οι κανόνες της ευρωζώνης, που απαγορεύουν τις παρεμβάσεις της Ε.Κ.Τ. στην πρωτογενή αγορά των κρατικών ομολόγων, για χάρη της κερδοσκοπίας των εμπορικών και των "επενδυτικών" τραπεζών και των funds του σκιώδους τραπεζικού συστήματος. Έτσι το κόστος διάσωσης  των τραπεζών μετέτρεψε την ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση, από τοπική κρίση, σε συστημική και έφερε τα δημοσιονομικά της Ιρλανδίας στην απόλυτη έκρηξη, με το ίδιο αποτέλεσμα. Για να βουλιάξει στην συνέχεια και η υπόλοιπη ευρωζώνη, επειδή η Γερμανία αγωνίζεται να αποφύγει την δική της χρεωκοπία, οδηγώντας σε αυτήν τις ασθενέστερες χώρες της ευρωζώνης.

Αυτό δεν φάνηκε στην αρχή. Στην αρχή, επιφανειακά, φάνηκε ότι ο συσχετισμός των ρυθμών ανάπτυξης μεταξύ της Γερμανίας και άλλων οικονομιών της Ευρωζώνης ενισχύθηκε μετά την εισαγωγή του ευρώ. Αυτό, όμως, ήταν μια αυταπάτη, την οποία διέλυσε η έλευση της, μετρίας εντάσεως, διεθνούς οικονομικής ύφεσης του 2008 και η καταλυτική εσωτερίκευσή της στην ευρωζώνη.

Όμως, οι εξελίξεις, ήδη, από την αρχή της ευρωζώνης, ανέδειξαν πλήρως τις αδυναμίες της ευρωζώνης, η οποία ουδόλως ήταν "βέλτιστη νομισματική περιοχή".  

Η μετατροπή της Κίνας σε παγκόσμιο παραγωγό βιομηχανικών αγαθών, με την τεχνολογική στήριξη της Γερμανίας (γεγονός το οποίο οι Η.Π.Α., ουδόλως, καλοβλέπουν και για το οποίο η γερμανική ελίτ θα πληρώσει βαρύ τίμημα), για παράδειγμα, μπορεί να ωφέλησε την εξαγωγική βιομηχανία της Γερμανίας και τους ξέφρενους αναπτυξιακούς ρυθμούς του ασιατικού γίγαντα - ο οποίος είναι πλεονασματικός, αν και έχει ξεκινήσει από χαμηλή βάση, με καθαρή τελική θέση στις εξαγωγές στα 240 δισ. $ και με καθαρή τελική θέση αποθέματος επενδύσεων από το εξωτερικό, περί τα 545 δισ. $ το 2012 -, αλλά, γονάτισε όμως και οδήγησε σε αποκλίσεις τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, οι οποίες στηριγμένες σε βιομηχανικές μονάδες χαμηλού κόστους βρέθηκαν με τεράστια εμπορικά και δημοσιονομικά ελλείμματα και επειδή δεν μπορούσαν να μειώσουν τους μισθούς, όπως έκανε συστηματικά, η Γερμανία, από τις αρχές του 1990, τόσο όσο ήταν απαραίτητο για να μείνουν ανταγωνιστικές, με αποτέλεσμα να καταφύγουν στον δανεισμό, για να καλύψουν το επίπεδα κατανάλωσής τους, κάτι που συνετέλεσε πολύ στο πρόβλημα του χρέους τους. Και φυσικά οδήγησε και στην χρεωκοπία του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα, με προεξάρχουσες τις τράπεζες της Γερμανίας και των άλλων πλεονασματικών χωρών, γεγονός που οδηγεί τις ελίτ των χωρών αυτών να προσπαθούν να εισπράξουν, με όποιον τρόπο μπορούν και ό,τι μπορούν, από τα χρεωστούμενα.

Αλλά η γερμανική βιομηχανική πολιτική, με τον εξωστρεφή χαρακτήρα της και την δημιουργία πλεονασμάτων, οδήγησε σε καθαρές απώλειες εισοδήματος, από το σύνολο της οικονομίας της ευρωζώνης, αφού μπορεί, σε επίπεδο εξαγωγών - εισαγωγών, να έχει καθαρή τελική θέση, περί τα 220 δισ. $ το 2012 και το ισοζύγιο είναι, έντονα, πλεονασματικό, για την Γερμανία, αλλά σε επίπεδο αποθέματος άμεσων επενδύσεων, προς και από το εξωτερικό, έχει καθαρή τελική θέση αποθέματος επενδύσεων προς το εξωτερικό, περί τα 530 δισ. $ το 2012 , γεγονός που, εάν γίνουν οι τελικοί συμψηφισμοί, με τις συναλλαγές που έχει η χώρα, με την λοιπή ευρωζώνη, παραπέμπει σε μια μεγάλη μεταφορά κεφαλαίων και εν γένει εισοδήματος από την χώρα αυτή, σε προορισμούς, εκτός ευρωζώνης, γεγονός το οποίο, φυσικά, σημαίνει ότι αυτό το εισόδημα δεν αφαιρείται, μόνον από την γερμανική οικονομία, αλλά και απο την οικονομία της ευρωζώνης, ως συνόλου και δικαιολογεί την επίμονη γερμανική πολιτική της πανευρωπαϊκής λιτότητας, αφού, σε αυτήν στηρίζεται ο συγκεκριμένος μηχανισμός λειτουργίας της γερμανικής οικονομικής μηχανής, η οποία, παράλληλα, για να διατηρήσει τον εξωστρεφή χαρακτήρα της και τον εξαγωγικό της προσανατολισμό, στηρίζεται στην διατήρηση των μισθών σε χαμηλά επίπεδα, γεγονός που παραπέμπει σε χαμηλή συνολική εσωτερική ζήτηση και μια χαμηλή διεισδυτική δυνατότητα των λοιπών χωρών της ευρωζώνης στην γερμανική αγορά, λόγω των περιορισμών που τίθενται από το ελλιπές μέγεθος της συναθροιστικής καταναλωτικής ζήτησης της γερμανικής οικονομίας, προϊόν της πολιτικής της συμπίεσης του μισθωτικού κόστους, που επιβάλει η γερμανική ελίτ, χρησιμοποιώντας ως αποτελεσματικό όργανο και το ακριβό, μεν, για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, αλλά και επαρκώς, για την γερμανική οικονομία, υποτιμημένο ευρώ.

Τέτοιου είδους διαπλανητικές κινήσεις κεφαλαίων και η απόσυρσή τους απο την ενεργό κυκλοφορία, λόγω υπεραποταμίευσης, που ήταν προϊόν και μιας απίστευτα μεγάλης στρέβλωσης της κατανομής του εισοδήματος στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, μια στρέβλωση, που ευνόησε, σκανδαλωδώς, τα εισοδηματικά ανώτερα στρώματα του πληθυσμού των χωρών αυτών, μαζύ με το γεγονός ότι η διαρκής και ολοένα και αυξανόμενη μέγέθυνση του πλούτου των κοινωνιών αυτών, τείνει να απορρυθμίζει την συνάρτηση της συναθροιστικής ζήτησης των οικονομιών αυτών, ήταν επόμενο να οδηγήσουν, προϊόντος του χρόνου, σε φθίνοντα επίπεδα κατανάλωσης. 


 Ο John Maynard Keynes είχε περιγράψει τον μηχανισμό και τις αιτίες των καπιταλιστικών υφέσεων και κρίσεων, ήδη, από την δεκαετία του 1920, πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 1930. Πάνω από 80 χρόνια, μετά, οι σύχρονες ελίτ του αναπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου δεν τον άκουσαν και επέστρεψαν σε αναλύσεις και ερμηνείες, οι οποίες ήσαν απλές παραλλαγές των ανούσιων και εξωπραγματικών ισχυρισμών των κλασικών φιλελύθερων οικονομολόγων της εποχής του.



Από εκεί και πέρα, η πορεία προς την διεθνή οικονομική ύφεση του 2008 και η εσωτερίκευση αυτής της ύφεσης, σε επίπεδα κρίσης, στην χαοτική ευρωζώνη ήταν κάτι που ήταν λογικό να έλθει, σύμφωνα με το κλασικό μοντέλο της κεύνσιανής οικονομικής ανάλυσης, όπως μας το έχει περιγράψει ο John Maynard Keynes, από την δεκαετία του 1920 και ιδιαίτερα, κατά την δεκαετία του 1930, με το ξέσπασμα της GREAT DEPRESSION κατά την δεκαετία αυτή και το οποίο μοντέλο ανάλυσης αφορά τα αίτια και το ξέσπασμα των οικονομικών υφέσεων και κρίσεων, που, ως γνωστόν, είναι προϊόντα της πτώσης της οριακής και της μέσης ροπής προς κατανάλωση. Είναι δηλαδή υφέσεις και κρίσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν καθαρά με την καταναλωτική σφαίρα του οικονομικού συστήματος, συνδυαζόμενα και με της διαδικασία της διανομής, ήτοι, με την κατανομή του παραγόμενου εισοδήματος στις εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, όσο και αν οι άρχουσες πολιτικοοικονομικές ελίτ το αρνούνται, πεισματικά, αποδίδοντας την έλευση της κρίσης στην σφαίρα της παραγωγής και της φθίνουσας ανταγωνιστικότητας, ο συνδυασμός των οποίων οδηγεί σε αντίστροφη πολιτική λύσεων, η οποία, μέσω της "τόνωσης της προσφοράς", θέλει να αυξήσει την ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος, ανάμεσα στις εισοδηματικές κατηγορίες του πληθυσμού, ούτως ώστε να καταστεί η μη ανταγωνιστική παραγωγή φθηνότερη και ανταγωνιστική. Και φυσικά, με τον τρόπο αυτό, διαιωνίζει την ίδια την κρίση, καθιστώντας την βαθύτερη και ολοένα και περισσότερο επιδεινούμενη.

Έτσι, οι ευρωπαϊκές ελίτ δεν έχουν και πολλές επιλογές :

Ή θα προχωρήσουν στην ταφή της ευρωζώνης και στην θέση της θα οικοδομήσουν μια πολιτική ένωση, με ομοσπονδιακή μορφή και κεντρική κυβέρνηση, η οποία θα θέσει, υπό τον άμεσο έλεγχό της και υπό τις διαταγές της, την Ε.Κ.Τ., προκειμένου να ασκήσει ενιαία δημοσιονομική και ευρύτερη οικονομική πολιτική.

Ή θα διαλύσουν το μαγαζί, θα εγκαταλείψουν το ευρώ και την ζώνη του και θα επιστρέψουν στα παλιά τους νομίσματα.

Και οι δύο λύσεις δεν είναι εύκολες. Ούτε και η Γερμανία - αν και το σκέπτεται - μπορεί να εγκαταλείψει, αυτοβούλως, το ευρώ. Και αυτό όχι μόνον για λόγους συμφέροντος. Είναι γνωστό (έχω κάνει, άλλωστε, πολλές αναφορές σε αυτό το ζήτημα) ότι το κοινό νόμισμα και η ευρωζώνη  γεννήθηκαν από φόβο. (Το συμφέρον ήλθε μετά). Το ευρώ, το οποίο είναι ένα νόμισμα, που δεν το στηρίζει ένα κράτος ήταν ένα αντιστάθμισμα στην γερμανική ενοποίηση η οποία έγινε αποδεκτή με πολύ άγχος και φόβο για την νέα γερμανική ισχύ.
   


 O Francois Mitterand δεν μπορούσε να είναι πιο σαφής στον Helmut Kohl. Η γερμανική ενοποίηση περνούσε μέσα από την χαλιναγώγηση της Γερμανίας και την καθυπόταξη των φιλοδοξιών της, που μπορούσαν να γίνουν, με την ένταξή της μέσα σε ένα ασφυκτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο, το οποίο θα δέσμευε, οριστικά, την Γερμανία, ως εταίρο. Και το πλαίσιο αυτό δεν ήταν άλλο από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση, το ευρώ και την ζώνη του. Ο Γερμανός καγκελάριος δεν είχε άλλη επιλογή...


Την περίοδο 1989-1991, η ταχεία κατάρρευση του "σοσιαλιστικού στρατοπέδου" στην ανατολική Ευρώπη και της ίδιας της "Ε.Σ.Σ.Δ." στην συνέχεια, αιφνιδίασε τους πάντες. Η κοινή αντίδραση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών ήταν ένα τεράστιο άγχος, συνοδευόμενο από τον φόβο για τα μελλούμενα. Αυτό ισχύει, κυρίως, για την Βρετανία και την Γαλλία, αλλά και για τον "απόμακρο επικυρίαρχο", τις Η.Π.Α. Έτσι, η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Φρανσουά Μιττεράν ήταν κάτι περισσότερο από φοβισμένοι από μια προοπτική ενός 4ου γερμανικού Ράϊχ και ο Τζωρτζ Μπους (ο πατέρας) δεν είχε αντίρρηση. Οι τοποθετήσεις των Ευρωπαίων ηγετών ήσαν απολύτως σαφείς και είχαν να κάνουν με τον αναγεννημένο εθνικισμό της πολυπληθέστερης και της, οικονομικά, περισσότερο ισχυρής χώρας της ηπειρωτικής Ευρώπης και την τιθάσευσή του. Και ο Μιττεράν και η Θάτσερ είδαν ότι η γεωπολιτική κατάσταση στον ευρωπαϊκό χώρο είχε επιστρέψει στην κατάσταση του 1900 και ότι, αν την άφηναν χωρίς έλεγχο θα εξελισσόταν στην κατάσταση που επικράτησε στην Ευρώπη την περίοδο 1913-1914, πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το απειλητικό φάσμα των "Ούνων" ήταν και πάλι παρόν.

Αυτό ήταν το κλίμα μέσα στο οποίο γεννήθηκε το ευρώ και φυσικά, για τους Γερμανούς ήταν ξεκάθαρο, αφού ο Φρανσουά Μιττεράν κατέστησε σαφές στον Χέλμουτ Κολ, όπως και το σύνολο της γαλλικής ελίτ στην αντίστοιχη γερμανική, ότι η νομισματική ένωση και το κοινό νόμισμα ήταν, εκ των ων ουκ άνευ, προκειμένου να αποδεχθεί η Γαλλία την ολοκλήρωση της γερμανικής ενοποίησης. Και φυσικά, η καθαρή αυτή θέση υποστηρίχθηκε και από τον Αγγλοσαξωνικό κόσμο (Η.Π.Α. - Βρετανία), αφού η Γερμανία ετίθετο, υπό μια επιτροπεία, που εξυπηρετούσε και τα αμερικανοβρετανικά συμφέροντα, πολύ περισσότερο που οι Η.Π.Α. δεν ήσαν κομμάτι της ευρωπαϊκής γεωγραφίας και δεν συμμετείχαν στο εγχείρημα αυτό, ενώ η Βρετανία, που αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής γεωγραφίας, επέλεξε να μην συμμετάσχει, γνωρίζοντας, όπως έχω ήδη πει, τις εμμονές των Γερμανών και τις χαοτικές ατέλειες του σχεδιασμού της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης.

Ο Χέλμουτ Κολ και η γερμανική ελίτ δεν είχαν άλλες επιλογές. Είτε θα εγκατέλειπαν την γερμανική ενοποίηση, είτε θα δέχονταν τις αξιώσεις των νικητών τους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Επέλεξαν να αποδεχθούν την συμμετοχή τους στην μελλοντική ευρωπαϊκή νομισματική ένωση και προσπάθησαν να την περιορίσουν στις ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης. Φυσικά ο γερμσνικός λαός δεν ρωτήθηκε, για την θεμελιακή αυτή μεταβολή, η οποία έγινε, σε αντίθεση, με τη γνώμη της μεγίστης πλειοψηφίας του πληθυσμού της χώρας, ο οποίος, με ποσοστά, γύρω στο 70%, ήταν καχύποπτος, για τους μελλοντικούς σχεδιασμούς των ευρωπαϊκών ελίτ και δεν έβλεπε, για ποιόν λόγο έπρεπε να θυσιάσει το μάρκο, για χάρη της Ευρώπης, την οποία υποψιαζόταν ότι θα πλήρωνε. (Και οι υποψίες του δεν ήσαν αβάσιμες). 

Ο Κολ προσπάθησε να επιβάλλει στους Γάλλους την ιδέα ότι το νέο νόμισμα θα πρέπει να περιοριστεί στις πλεονασματικές χώρες του Βορρά. Για το λόγο αυτό, τα οικονομικά κριτηρία, που ανέφερα στην αρχή, προστέθηκαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ

Οι Γάλλοι  επέτρεψαν στους Γερμανούς να θέσουν τους σκληρούς κανόνες του Μάαστριχτ, αλλά, όταν ήλθε η ώρα της υλοποίησης του σχεδιασμού και της συγκρότησης της ευρωζώνης, το 1999, επέβαλαν στους Γερμανούς την καταστρατήγηση όλων των κριτηρίων, που είχαν προβλεφθεί από την Συνθήκη του Μάαστριχτ, προκειμένου να υποχρεώσουν, ακόμη, περισσότερο, την Γερμανία να εμπλακεί στην όλη διαδικασία και να δεσμευθεί στον ύψιστο δυνατό βαθμό, αλλά και ως κίνητρο, για τον γαλλογερμανικό χρηματοπιστωτικό τομέα, για καθαρά κερδοσκοπικούς λόγους, αφού η ένταξη των αδύναμων ελλειμματικών χωρών στην ευρωζώνη θα διεύρυνε τα κέρδη της Γερμανίας και των άλλων πλεονασματικών χωρών - μόνο που δεν έλαβαν υπόψη τους το γεγονός της έλευσης της διεθνούς ύφεσης, που ήλθε το 2008, η οποία κατέδειξε ότι τα κέρδη αυτά δεν αρκεί να είναι μόνο στα χαρτιά, αλλά θα πρέπει να είναι υλοποιήσιμα και πραγματικά.

 Αυτή είναι η αλήθεια. Η γερμανική ελίτ πάσχει από επαρχιωτισμό, διακατέχεται από εθνικιστική νοοτροπία, γεγονός που της δημιουργεί μια στενή αντίληψη, γύρω από την έννοια του συμφέροντος και πάσχει από ηγετικό έλλειμμα και δεν έχει να προτείνει κάποιο ριζοσπαστικό (ή και συντηρητικό, έστω) όραμα για την Ευρώπη, ως σύνολο και ως ενιαία οντότητα, η οποία Ευρώπη, όσο και αν την επικαλούνται όλοι και αναφέρονται, σε αυτήν, απλώς, δεν υπάρχει. Έτσι, η γερμανική ελίτ δεν επιθυμεί να αναλάβει τα βάρη της ευρωζώνης, γιατί δεν επιθυμεί να αναλάβει το κατεδαφιστικό, για την ίδια, πολιτικό και το βαρύτατο οικονομικό τίμημα, που απαιτεί και συνεπάγεται μια τέτοια ανάληψη ηγετικής ευθύνης. 

Πολύ απλά, οι Γερμανοί δεν θέλουν να επωμισθούν το τεράστιο βάρος των άλλων Ευρωπαίων. Ο Βόλφγκανγκ Σόϋμπλε το έχει εκφράσει πολύ καθαρά, όταν του αναφέρουν ότι η Ελλάδα και η ευρωζώνη χρειάζονται ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλλ : "Δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι έκαναν οι Η.Π.Α., μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο". Και φυσικά, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών λέει την μισή αλήθεια. Δεν είναι, απλά, ότι δεν μπορούν. Είναι και ότι δεν θέλουν.

Έτσι οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι δεν ήθελαν να ενοποιηθεί η Γερμανία, της ζητούν να δεχθεί, για χάρη του ευρώ, το οποίο ουδέποτε αγάπησαν οι Γερμανοί και το οποίο επεβλήθη στον απρόθυμο γερμανικό λαό, να τους ενοποιήσει. Και φυσικά, η Γερμανία αυτό δεν θέλει να το κάνει. 

Και όσο δεν μπορεί και δεν της επιτρέπεται να φύγει απο την ευρωζώνη, λόγω των γεωστρατηγικών σκοπιμοτήτων των Ευρωπαίων και των Η.Π.Α., η γερμανική ελίτ θα επιμένει στην τήρηση των συμφωνιών και στην παραμονή της ευρωζώνης, ως αυτό που είναι. Δηλαδή, ως νομισματικής ένωσης, αρνούμενη την μετατροπή της σε ευρωομοσπονδία.

Αυτό είναι, σε γενικές γραμμές, το αδιέξοδο της ευρωζώνης. 

Και αυτό θα παραμείνει για καιρό...


Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

28/7/1992 : Η προφητική ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου για την Συνθήκη του Maastricht και η καταστροφική ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη. (Και όμως η παρούσα καταστροφή μπορούσε να αποφευχθεί).



    

  
Η ιστορική κόντρα του Ανδρέα Παπανδρέου, με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, για το εάν "η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες", ή εάν "η Ελλάδα ανήκει στην Δύση". Σε εκείνη την ιστορική συγκυρία, που χαρακτηριζόταν από τον Ψυχρό Πόλεμο, ανάμεσα στους δύο συνασπισμούς, των οποίων ηγούνταν οι Η.Π.Α. και η "Ε.Σ.Σ.Δ." και οι δύο ηγέτες είχαν τα δίκια τους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής περιέγραφε ότι η Ελλάδα πρέπει να ανήκει στον δυτικό συνασπισμό, με δεδομένη την ιστορική εμπειρία από τα καθεστώτα του λέγόμενου "σοσιαλιστικού στρατοπέδου" και από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, αλλά και από την γεωγραφία της περιοχής στην οποία η χώρα μας ήταν ενταγμένη, αφού δίπλα της είχε, από βορρά, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και ανατολικά την Τουρκία, οι αναθεωρητικές και οι επεκτατικές βλέψεις της οποίας ήσαν δεδομένες και στηρίζονταν στο καταθλιπτικό μέγεθος του ανατολικού γείτονα, που, συν τω χρόνω, βαίνει αυξανόμενο. Όμως, για να μπορεί η Ελλάδα να κρίνει το πού η, εκάστοτε, συγκυρία της επιβάλει να στρέφεται, πρέπει να ανήκει σε αυτούς που την κατοικούν, δηλαδή στους Έλληνες, πέρα από δόγματα και εξαρτήσεις. Και σε αυτό είναι που είχε δίκιο ο Ανδρέας Παπανδρέου. Και το δίκιο του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν και παραμένει πρωταρχικό και κυρίαρχο(όσο και αν οι ανόητοι, ιστορικά ξεπεσμένοι και αμνήμονες επίγονοί του το ξέχασαν, όσο και αν το πέταξαν στα σκουπίδια, για να βρεθούν και οι ίδιοι στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας, αφού αυτή τους η παγκοσμιοποιητική ξετσιπωσιά τους οδήγησε, μοιραία και αναπότρεπτα, εκεί, που οι ίδιοι πέταξαν την χώρα και τον πληθυσμό της). Διότι η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες (και όχι στους Αμερικανούς, στους Ρώσους, ή τους Αφρικανούς). Και αυτή η Ελλάδα, που ανήκει στους Έλληνες, μπορεί και πρέπει να κρίνει, αν θα συνάψει στρατηγικές συμμαχίες, με την Δύση, ή την Ανατολή, τον Βορρά, ή τον Νότο...

 Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε συγκρουστεί (ανάμεσα στα άλλα, που δεν ήσαν λίγα), με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αμέσως μετά την μεταπολίτευση και για το ζήτημα της θέσης της Ελλάδας στην Ευρώπη και στον κόσμο αρνούμενος την ένταξη της χώρας μας στην Ε.Ο.Κ., με κυρίαρχο σύνθημα το "Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες", έχοντας απέναντί του τον συντηρητικό (και όχι μόνον) πολιτικό κόσμο της χώρας, ο οποίος ήταν, πιστά, προσηλωμένος στο δόγμα του "Ανήκομεν εις την Δύσιν", στα πλαίσια του οποίου η πολιτικοοικονομική ελίτ της χώρας εκείνη την εποχή επεχείρησε και κατάφερε, υπογράφοντας μια λεόντιο Πράξη Προσχώρησης (που, εάν εφαρμοζόταν, ως είχε, θα έβλαπτε τα βασικά συμφέροντα της χώρας) και χωρίς κανένα διαπραγματευτικό ατού, να εντάξει, όπως-όπως και με δυσβάστακτους όρους την Ελλάδα στην Ε.Ο.Κ., παρά το γεγονός ότι και τότε η χώρα μας ήταν, εντελώς, ανέτοιμη, λόγω του γεγονότος ότι η ελληνική οικονομία ήταν μια κλειστή οικονομία, χαμηλής εξωτερικής (και εσωτερικής) ανταγωνιστικότητας, να γίνει μέλος, σε μια τέτοια, ατελώς, ενιαία αγορά.
   
   
Μάϊος 1979 : Η ιστορική ψηφοφορία στην Βουλή, για την κύρωση της Πράξης Προσχώρησης της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και το Κ.Κ.Ε. του Χαρίλαου Φλωράκη απείχαν. Αξιοσημείωτα είναι ότι συμμετείχαν και ψήφισαν "ναι" στην Συνθήκη οι πρόγονοι των, ιστορικά, αποτυχημένων σοσιαλδημοκρατών (Ιωάννης Πεσμαζόγλου), που σήμερα διοικούν τα θλιβερά απομεινάρια του ΠΑΣΟΚ, δια του Ευάγγελου Βενιζέλου και οι πρόγονοι της ευρωκομμουνιστικής και της συγγενούς με τον ευρωκομμουνισμό αριστεράς (Λεωνίδας Κύρκος, Ηλίας Ηλιού), που, επίσης, ψήφισαν υπέρ της κύρωσης της Πράξης Προσχώρησης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που οι κληρονόμοι όλων αυτών των ιστορικά αποτυχημένων ρευμάτων, συμμετέχουν στην παρούσα κατεδαφιστική και υποταγμένη στους τοκογλύφους δανειστές της χώρας συγκυβέρνηση του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά...       



Όποιος θυμάται το κλίμα της εποχής γνωρίζει ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος, μετά την σαρωτική εκλογική νίκη του στις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981, βρήκε την χώρα ενταγμένη, από την 1/1/1981, στην Ε.Ο.Κ., με βάση την Πράξη Προσχώρησης του Μαΐου του 1979, η οποία υπεγράφη, με την πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού να είναι εναντίον της ένταξης - και με μόνον υποστηρικτή στον χώρο της ελληνικής αριστεράς, το Κ.Κ.Ε. (Εσωτερικού) του Λεωνίδα Κύρκου -, ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί την νέα κατάσταση και να κρατήσει την Ελλάδα στην Ε.Ο.Κ., βλέποντάς την σαν ένα εργαλείο αύξησης της στρατηγικής ισχύος και της ασφάλειας, αλλά και της ευρύτερης πολιτικής επιρροής της χώρας. "Προχωράμε και βλέπουμε" ήταν η λογική του, φράση την οποία είχε εκμυστηρευθεί στους συνεργάτες του, επιδιώκοντας την επαναδιαπραγμάτευση της Πράξης Προσχώρησης, αλλά και της ίδιας της θεσμικής συγκρότησης της Ε.Ο.Κ., θέλοντας να την καταστήσει, κάτι περισσότερο από μια Κοινή Αγορά, στα πλαίσια της οποίας οι ισχυροί γίνονταν ισχυρότεροι και οι πτωχοί και αδύναμοι στον ανταγωνισμό ολιγότερο ισχυροί ή/και πτωχότεροι.

    
3/9/1974 : Ο Ανδρέας Παπανδρέου στην ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ. Επτά χρόνια μετά, βρέθηκε στην εξουσία, πραγματοποιώντας, ένα απίστευτο πολιτικό ντεμαράζ. Μετά από αυτόν, οι ανίκανοι και παραδομένοι στην θαλπωρή της εξουσίας, επίγονοί του, οι οποίοι έζησαν δίπλα του, χωρίς να διδαχθούν τίποτε από αυτόν, οδήγησαν την χώρα στην καταστροφή. Το αστείο και συνάμα τραγικό είναι ότι τους είχε προειδοποιήσει, για τους θανάσιμους κινδύνους της παγκοσμιοποίησης και της εισόδου της χώρας στην, θεσμικά, χαοτική ευρωζώνη. Όχι μόνο δεν τον άκουσαν, αλλά φρόντισαν να τον συκοφαντήσουν και να αποκαθηλώσουν το τεράστιο μεταρρυθμιστικό του έργο.. Για να τους αναλάβει στην συνέχεια η ιστορική Νέμεσις...

     

Στα πλαίσια αυτά, είναι δεδομένο - αν και πολύ λιγότερο γνωστό - ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου θα έβγαζε την Ελλάδα από την ΕΟΚ, εάν δεν επετύγχανε αυτή η επαναδιαπραγμάτευση, η οποία, όμως, επέτυχε, χάρη στην γνωστή και απαράμιλλη διαπραγματευτική του δεινότητα και χάρη στους ωμούς εκβιασμούς, στους οποίους προέβη, απειλώντας, με παράλυση των θεσμικών διαδικασιών της Κοινότητας, αλλά και με την εκμετάλλευση της συγκυρίας, η οποία είναι αλήθεια ότι τον ευνόησε, με την εκλογή του Φρανσουά Μιττεράν στην προεδρία της Γαλλίας, αφού μπόρεσε να βρει εκείνες τις πολιτικές συμμαχίες, οι οποίες του επέτρεψαν να προωθήσει και ουσιαστικά να επιβάλει μηχανισμούς, οι οποίοι  όχι μόνον ήραν την ανοικτή μεταφορά πόρων από την ελληνική οικονομία, στις ασύγκριτα πιο ανταγωνιστικές οικονομίες του Βορρά, αλλά και Νότου και η οποία θα προέκυπτε εάν εφαρμοζόταν, ως είχε, η Πράξη Προσχώρησης της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ., αλλά και την αντέστρεψαν, οδηγώντας στην θετική και με ιδιαίτερη πολλαπλασιαστική λειτουργία, μεταφορά πόρων, από τις άλλες οικονομίες της Κοινότητας, προς την Ελλάδα, με όργανα τον Κοινοτικό Προϋπολογισμό, ο οποίος ήταν, μέχρι τότε, αναξιόλογος και τα Ολοκληρωμένα Μεσογειακά Προγράμματα, τα οποία στην πορεία του χρόνου, απέκτησαν θεσμικό χαρακτήρα προγραμματικών πακέτων στήριξης στις λιγότερο δυνατές χώρες και περιφέρειες της Κοινότητας. Πολύ αργότερα και αφού, μετά την ένταξη, είχε επαναδιαπραγματευθεί την συμφωνία Προσχώρησης, με επωφελή τρόπο, για την χώρα και εν όψει της ψήφισης της Συνθήκης του Maastricht, επί κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αναφέρθηκε, ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές, μιλώντας, στις 28/7/1992, στην Βουλή, σαν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στα τεράστια προβλήματα, που θα ακολουθούσαν, εξ αιτίας της σχεδιαζόμενης Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, η οποία, τελικά, κατέληξε στον σχηματισμό της (θνησιγενούς) ευρωζώνης.

 Η θέση του Ανδρέα Παπανδρέου, κυριαρχήθηκε και χαρακτηρίστηκε από το "Ναι μεν, αλλά", το οποίο, κατ' ουσίαν, παρέπεμπε στο "Ναι και βλέπουμε και πράττουμε, ανάλογα με την εξέλιξη στην πορεία".

 Πολλοί (και σίγουρα όλοι οι πολιτικοί του αντίπαλοι, αλλά και όπως, επίσης, φάνηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, η μεγίστη πλειοψηφία - αν όχι η ολότητα - των στελεχών του κόμματός του), χαρακτήρισαν την θέση του αυτή, ως δείγμα ενός αμοραλιστικού τυχοδιωκτικού οπορτουνισμού, τον οποίον, πάντοτε, χρέωναν στον Ανδρέα Παπανδρέου. Κάποιοι άλλοι (οι λιγότεροι) χαρακτήρισαν αυτήν την επαμφοτερίζουσα θέση του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, ως προϊόν της αδυσώπητης διαπραγματευτικής τακτικής του Ανδρέα Παπανδρέου, η οποία εκτυλισσόταν και σε σχέση με την εσωτερική πολιτική συγκυρία της εποχής του, αφού, πριν λίγο καιρό είχε περάσει τον κάβο του Ειδικού Δικαστηρίου, για την υπόθεση Κοσκωτά και βρισκόταν, σε δημοσκοπικό επίπεδο, πολύ μπροστά από την Νέα Δημοκρατία του, ήδη, πολιτικά παραπαίοντος Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά απέβλεπε, επίσης και στην δημιουργία αναχωμάτων και προαπαιτούμενων, έναντι των Ευρωπαίων συνομιλητών της Ελλάδας, κατά την μακρά διαδικασία διαπραγματεύσεων στην πορεία, προς την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.  

 
 

Μάϊος 1979 : Η ιστορική αφίσσα, που έβγαλε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, εν όψει της υπογραφής της Πράξης Προσχώρησης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η αφίσσα αυτή αποδείχτηκε ιστορικά προφητική, παρά το γεγονός ότι η επαναδιαπραγμάτευση της Πράξης Προσχώρησης, που επέβαλε ο Ανδρέας Παπανδρέου, μετά την νίκη του στις βουλευτικές εκλογές της 18/10/1981 και την άνοδό του στην εξουσία, απέτρεψε τα δεινά, που θα έφερνε στην ελληνική οικονομία η εφαρμογή των προβλέψεων της Πράξης Προσχώρησης, που είχε υπογράψει η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Οι επίγονοι του Ανδρέα Παπανδρέου δεν άκουσαν τις προειδοποιήσεις του και έφεραν στο πολλαπλάσιο τα δεινά αυτά, εντάσσοντας, άκριτα και επιδεικνύοντας μια απίστευτη στρατηγική ανοησία, την Ελλάδα στην ευρωζώνη.


Πέρα από τα προηγούμενα και συμπληρωματικά, ως προς αυτά (και για να μην αδικούμε τον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ πρέπει να πω ότι ο όποιος οπορτουνισμός ή ο όποιος αμοραλισμός, τον οποίο επέδειξε, ήσαν λελογισμένοι και θεμιτοί, στα πλαίσια της άσκησης της εξωτερικής πολιτικής και πάντοτε, ήσαν συνάρτηση, όχι μόνον της επιδίωξής του να κρατάει γερά το τιμόνι της εξουσίας, αλλά και των στρατηγικών και των τακτικών σχεδιασμών του, για την θέση της χώρας στον κόσμο και των κεϋνσιανών/αναδιανεμητικών κοινωνικών στοχεύσεών του, υπέρ των στρωμάτων εκείνων που βρίσκονταν στις μέσες και κατώτερες βαθμίδες της εισοδηματικής κλίμακας στην οικονομία της χώρας), η αλήθεια είναι ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως οικονομικός επιστήμονας και άριστος οικονομέτρης, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του, ως Έλληνα stateman και ως ηγέτη της χώρας, που είχε γνώση των πραγμάτων και σεβόταν τον εαυτό του, δεν μπορούσε να έχει διαφορετική θέση, αφού η όλη υπόθεση της ΟΝΕ και η τελική της κατάληξη, με την δημιουργία της ευρωζώνης, θα ήταν προϊόν μακρών διαπραγματεύσεων, η ολοκλήρωση και η καταστάλαξη των οποίων, μπορούσε, μεν, να προβλεφθεί, όταν κάποιος έβλεπε τις προθέσεις των μεγάλων χωρών της Ευρώπης - κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας, η οποία προκειμένου να εντάξει την Γερμανία σε έναν ευρωπαϊκό κλοιό, ήταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει όλες τις απαιτήσεις της γερμανικής ελίτ στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα -, αλλά δεν ήταν δυνατόν να προδικαστεί.

"Πορευόμαστε προς μια ευρωπαϊκή Γερμανία, ή προς μια Γερμανική Ευρώπη; Ήδη προβλέπονται, έστω και αν δεν ομολογούνται, δύο ταχύτητες στην Ενωμένη Ευρώπη, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας το τεράστιο κοινωνικό κόστος και τις εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις, τις οποίες θα αντιμετωπίζουμε σε αυτήν την πορεία, τουλάχιστον για τις χώρες του Νότου. Θα πρέπει ο έλληνας πολίτης να ξέρει τι να περιμένει στο τέλος της πορείας, αλλά και τι θα έχει καταβάλει για να φθάσει στο τέρμα αυτής της δύσκολης και άνισης πορείας... Σοβεί πάντα η σύγκρουση βορρά και νότου και αυτό γιατί η ενιαία αγορά στην απουσία μιας άλλης πολιτικής σύγκλισης και συνοχής πολύ υψηλότερου επιπέδου, οξύνει τις αντιθέσεις, οξύνει τις ανισότητες... Σε μια ομόσπονδη Ευρώπη ο Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός πρέπει να είναι μεγέθους ικανού για την άσκηση αποτελεσματικής αναδιανεμητικής πολιτικής προς όφελος των κρατών-μελών του ευρωπαϊκού νότου και των οικονομικά καθυστερημένων περιοχών. Μόνο κάτω από τέτοιες συνθήκες θα καταστεί δυνατή η σύγκλιση στα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και εισοδημάτων, που δεν αφορούν τους στόχους τους τραπεζικούς, είναι άσχετα με τους τραπεζικούς στόχους, που έχει θέσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Και εδώ σαφώς πρέπει να δοθεί η μάχη, από την έκβαση της οποίας θα κριθεί και το μέλλον της Χώρας μας. Εδώ, ήθελα να φέρω ένα παράδειγμα: Όταν υπάρχει ενοποίηση του νομίσματος σε πέρα από μια χώρα, σε 2, σε 3, σε 5 χώρες αυτό λειτουργεί κατά τρόπο αρνητικό για όλες τις καθυστερημένες ή ασθενέστερες χώρες ή περιοχές. Και θα δώσω το απλό παράδειγμα των δύο Γερμανιών. Μόλις έγινε το ενιαίο νόμισμα, εμφανίστηκαν αμέσως τα τραγικά προβλήματα της Ανατολικής Γερμανίας. Και η Δυτική Γερμανία αναγκάζεται, τώρα, να κάνει μεταφορές πόρων, πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων, στην τέως Ανατολική Γερμανία, γιατί έχει την ευθύνη και μπορεί να ασκήσει δημοσιονομική πολιτική. Σκεφθείτε, χωρίς τη δημοσιονομική πολιτική της Ευρώπης, τι θα συμβεί στις καθυστερημένες περιοχές. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο και κλειδί, να ολοκληρωθεί  ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της Ευρώπης, έτσι ώστε η ευθύνη να είναι εκεί όπου υπάρχουν τα μέσα. Τα μέσα θα τα έχουν οι Βρυξέλλες μετά την ένωση. Δεν θα τα έχουν τα κράτη-μέλη. Και εκεί υπάρχει η ευθύνη, η οποία βεβαίως πρέπει και να ελέγχεται δημοκρατικά. Αλλά επ’ αυτού έχουν μιλήσει άλλοι δια μακρόν. Εδώ είναι, κατά τη γνώμη μου, και η κύρια δικαίωση, όχι η μόνη, για την πραγματοποίηση της Πολιτικής Ένωσης. Μόνο με μια Πολιτική Ένωση θα αναλυθούν αυτές οι ευθύνες, ώστε ο Κοινοτικός Προϋπολογισμός να μπορεί να καλύπτει τις ανισότητες οι οποίες δημιουργούνται από την ίδια τη διαδικασία και λειτουργία της ελεύθερης και ενιαίας αγοράς".  

Τα αποσπάσματα αυτά, από την προφητική ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου, στις 28/7/1992, κατά την συζήτηση στην Βουλή, για την κύρωση της Συνθήκης του Maastricht, η οποία έθεσε την βάση για την ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση και την δημιουργία της ευρωζώνης, είναι απολύτως σαφή και περιγράφουν τους θανάσιμους κινδύνους, που ελλόχευαν στην, υπό οικοδόμηση, Ο.Ν.Ε. και οι οποίοι απειλούσαν την ελληνική οικονομία και κοινωνία, εάν η χώρα προχωρούσε, σε μια άνευ όρων και χωρίς την εκπλήρωση των απαραίτητων προϋποθέσεων, για την ένταξή της σε αυτήν.

Η συλλογιστική αυτή του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ δεν διέφερε από την συλλογιστική του, για την Ε.Ο.Κ. σχεδόν 2 δεκαετίες νωρίτερα. Διέφερε μόνον η τακτική του προσέγγιση. Ενώ στην δεκαετία του 1970 ήταν αρνητικός στην ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ. - περισσότερο επειδή δεν ήταν εκείνος, που έκανε την διαπραγμάτευση, για τους όρους της ένταξης και επειδή φοβόταν ότι θα δεσμευόταν από την τελική κατάληξη της Πράξης Προσχώρησης -, κατά την δεκαετία του 1990, δεν προέβαλε καθολική αντίρρηση στην πορεία προς την ΟΝΕ, αλλά διατύπωσε τις τεκμηριωμένες και επιστημονικά εδραίες του επιφυλάξεις, οι οποίες, ουσιαστικά, στοιχειοθετούσαν μια αρνητική τοποθέτηση, απέναντι στον σκληρό πυρήνα της θεσμικής συγκρότησης της ΟΝΕ και της ευρωζώνης, ως καθαρών νομισματικών και οικονομικών μηχανισμών μιας υποτιθέμενης και ουσιαστικά ανύπαρκτης ενιαίας αγοράς.    

Αλλά ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν έμεινε στην απλή άρνηση της λογικής των επιδιώξεων των ισχυρών κρατών, που είχαν πάρει την πρωτοβουλία, για την συγκρότηση της ΟΝΕ και της ευρωζώνης. Αντιπαρέθεσε στο σχέδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, το σχέδιο για την πολιτική ένωση και τον μετασχηματισμό της Ε.Ο.Κ. (που, από το 1993, μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση) σε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία, με κοινό και ευμεγέθη ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, για την μεταφορά πόρων και την ανακύκλωση των παραγόμενων πλεονασμάτων, από τις ισχυρές χώρες, προς τις αδύναμες, εντός της ομοσπονδίας, προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι τεράστιες ανισότητες, που προκύπτουν από την λειτουργία μιας τεράστιας και ατελώς, ενιαίας αγοράς, σαν την ευρωπαϊκή. 

Αυτήν την διαφοροποίηση στους τελικούς στόχους του εγχειρήματος ήταν διατεθειμένος να διαπραγματευθεί ο Ανδρέας Παπανδρέου, κατά την επίπονη διαδικασία, που θα ακολουθούσε, μέχρι την τελική κατάληξη της συνολικής ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης. Και λίγο-πολύ, αυτό έπραξε όσο ο ίδιος παρέμεινε πρωθυπουργός, μετά το απίστευτο πολιτικό του come back, με την ρεβάνς, που πήρε, από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και την Νέα Δημοκρατία, στις βουλευτικές εκλογές της 10/10/1993, μέχρι την βαρύτατη ασθένειά του τον Νοέμβριο του 1995 και την παραίτησή του από την πρωθυπουργία στις 16/1/1996, όταν πια δεν μπορούσε να συνεχίσει και ούτε καν να παρακολουθήσει το τρέχον κυβερνητικό έργο.

 Ο αείμνηστος ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ ουδέποτε προσχώρησε στις αντιλήψεις των εραστών της ευρωζώνης και ήταν αυτός που προειδοποίησε, το καλοκαίρι του 1995, τους επιγόνους του, για την επικινδυνότητα της ίδιας της, υπό κατασκευή, ευρωζώνης, για την Ελλάδα και το έθνος, θέτοντας, επί τάπητος και στην δημόσια συζήτηση, την κεντρική παράμετρο του ελληνικού δημόσιου χρέους, που, τώρα, εδώ και 3 χρόνια, ταλανίζει την ελληνική κοινωνία, μετατρέποντάς την σε μια αποικία χρέους και υποτάσσοντάς την σε ένα εξοντωτικό καθεστώς πεονίας, από τους τοκογλύφους δανειστές της.

Για το θέμα αυτό έχω κάνει πλείστες αναφορές στο παρόν μπλογκ και σε πολλές συζητήσεις στο Διαδίκτυο και δια ζώσης, με συνολικότερη και πλήρως εμπεριστατωμένη αυτήν την τοποθέτησή μου, που υπάρχει στο δημοσίευμά μου, με τίτλο : "Το χρέος αφανίζει το έθνος. (Η εξίσωση και η διαδικασία υλοποίησης της πρόβλεψης του Ανδρέα Παπανδρέου και η στρατηγική βλακεία της ελληνικής ελίτ)" http://tassosanastassopoulos.blogspot.gr/2012/10/andreas-papandreou-and-public-debt.html . Στο άρθρο αυτό αναλύεται η δημόσια τοποθέτηση του Ανδρέα Παπανδρέου για την επικινδυνότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία τοποθέτηση εκφράστηκε ρητά και κατηγορηματικά, ως παρακαταθήκη, για τους ανόητους και εντελώς απερίσκεπτους επιγόνους του, με την ρήση : "Ή το έθνος θα αφανίσει το χρέος, ή το χρέος θα αφανίσει το έθνος". (Δεν έλαβε υπόψη του το ότι η έλευση του βλακός υιού του θα ήταν εκείνη που θα έβαζε την ταφόπλακα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας).

Ο Ανδρέας, σαν λαμπρός οικονομέτρης, που ήταν, γνώριζε πολύ καλά, ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο υπερέβαινε, κατά πολύ, το 100% του ΑΕΠ της χώρας και το οποίο στην εποχή του ήταν στην μεγίστη πλειοψηφία του δραχμικό (κατά 85% ήταν εκφρασμένο στο τοπικό νόμισμα της χώρας - την δραχμή - και το υπόλοιπο σε ξένα νομίσματα), ήταν εντελώς ακίνδυνο, όσο είχε αυτήν την νομισματική βάση και σύνθεση, αφού το ελληνικό δημόσιο μπορούσε, ασκώντας το κρατικό δικαίωμα της εκτύπωσης νομίσματος (seigniorage), να το πληρώσει, αφού οι ετήσιες δανειακές ανάγκες του δημοσίου, που ήσαν ίσες, περίπου, με το 4% του ελληνικού ΑΕΠ, καλύπτονταν, κυρίως, από την εσωτερική αγορά, χωρίς σημαντική προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό, ο οποίος ήταν περιορισμένος και λελογισμένος και ακριβώς, για τον λόγο αυτόν, μπορούσε να ασκηθεί, χωρίς επιπτώσεις, παρά το γεγονός ότι το επιτόκιο ήταν πολύ ακριβό (και με τα σημερινά κριτήρια, άκρως απαγορευτικό, αφού τα διαφορικά επιτόκια του ελληνικού δημόσιου δανεισμού, έφθαναν, κατά την δεκαετία του 1990 στα επίπεδα άνω των 1800 μονάδων βάσης).

Όμως, για τον Ανδρέα Παπανδρέου (και για τον καθένα, που είχε απλές γνώσεις της οικονομικής επιστήμης και παρέμενε ψύχραιμος, χωρίς να επηρεάζεται από την καταιγιστική ανοησιολογία και τους δογματισμούς των αφελών "ευρωπαϊστών", που ταύτιζαν την ιδέα της ευρωπαϊκής ενότητας, με την ΟΝΕ και την ευρωζώνη) ήταν σαφές ότι αυτό το δημόσιο χρέος της χώρας, που ήταν ακίνδυνο και εξυπηρετίσιμο, όσο ήταν εκφρασμένο στο μαλακό τοπικό νόμισμα της χώρας, θα γινόταν αδύνατο να εξυπηρετηθεί, με τις εσωτερικές δυνάμεις της ελληνικής οικονομίας, όταν θα μετατρεπόταν σε ένα σκληρό νόμισμα (δηλαδή στο σχεδιαζόμενο ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα, του οποίου, τότε, η ισοτιμία προς το αμερικανικό δολλάριο ήταν 1 ECU/0,80  του δολλαρίου, για να φθάσει, μετά τον θάνατο του Ανδρέα, στα εξοντωτικά, για την ελληνική οικονομία, αλλά και τις οικονομίες των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού νότου - και όχι μόνον αυτές - επίπεδα του 1/1,40), επί του οποίου η χώρα δεν θα είχε οποιαδήποτε ομαλή και κανονική θεσμική δυνατότητα παρέμβασης, ως προς την έκδοση και την κυκλοφορία του. Έτσι, η χώρα θα χρεωκοπούσε και, με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα, θα μετατρεπόταν σε μια αποικία χρέους.  

Και όμως, οι απίστευτα ανίκανοι διάδοχοί του (και συστηματικοί συκοφάντες του ιδίου και του τεράστιου έργου, που άφησε πίσω του, σαν κληρονομιά στην ελληνική κοινωνία και το οποίο, όντας ένα ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό έργο, κυριολεκτικά, κατεδαφίζεται με ταχύτατους ρυθμούς και με πάταγο, μέσα από μια αντιμμεταρρυθμιστική νεοφιλελεύθερη λαίλαπα, η οποία ξεκίνησε από την 18/1/1996 και επιταχύνθηκε, με απίστευτους ρυθμούς, από την εποχή της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010) αγνόησαν τα πάντα, αρνήθηκαν να δουν όλες αυτές τις προφανείς προϋποθέσεις και να λάβουν υπόψη τους τα κατασταλάγματα των ιστορικών εμπειριών, από το ξέσπασμα των οικονομικών κρίσεων και τις καταιγιστικές επιπτώσεις αυτών των κρίσεων, όταν αυτές εκτυλίσσονται στα πλαίσια των νομισματικών ζωνών. Για να είμαι ακριβής, οι εξυπνακιστές σοσιαλδημοκράτες και σοσιαλνεοφιλελεύθεροι "ευρωπαϊστές" και "εκσυγχρονιστές" - αλλά επί της ουσίας αναχρονιστές και βλάκες - διάδοχοι του Ανδρέα Παπανδρέου, με επί κεφαλής τον καταστροφέα της ελληνικής οικονομίας Κώστα Σημίτη και το παντελώς αμαθές και ανίκανο επιτελείο του, αγνοούσαν οι περισσότεροι εξ αυτών την ύπαρξη αυτών των ιστορικών εμπειριών, αν και ώφειλαν να τις γνωρίζουν, διότι δεν ήταν η πρώτη φορά που η Ελλάδα υπέστη οικονομική καταστροφή, υπό την μορφή της χρεωκοπίας, τον Απρίλιο του 2010.

Η Ελλάδα χρεωκόπησε άλλες δύο φορές, μία το 1893, επί Χαριλάου Τρικούπη, λόγω της αψήφιστης και αψυχολόγητης ένταξής της στην περιβόητη "Λατινική Ένωση", η οποία ήταν μια μορφή ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, η οποία διελύθη και άλλη μία το 1931-1932, επί Ελευθερίου Βενιζέλου, μετά το ξέπασμα της οικονομικής κρίσης του 1929, επειδή είχε, βλακωδώς, συνδέσει την δραχμή, με την χρυσή λίρα, δηλαδή, κατά την  διαβόητη περίοδο της "χρυσής δραχμής". Από εκεί και πέρα, το αποτέλεσμα, όλων αυτών των απίστευτων στρατηγικών βλακειών της "ευρωπαϊστικής" και κατ' ουσίαν, κοσμοπολιτικής, μειωμένου πατριωτισμού και παμφάγας ελίτ του τόπου, δεν μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που τώρα ζούμε. Δηλαδή την χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας, τον μετασχηματισμό της σε μια τριτοκοσμική οικονομία, που θα προσιδιάζει σε αυτές των χωρών του πρώην ανατολικού μπλοκ (ή ακόμη και αυτές της υποσαχάριας Αφρικής, εάν η ελληνική κοινωνία δεν αντιδράσει στο μέλλον που της επιφυλάσσει η ευρωπαϊκή μπατιροτραπεζοκρατία).

      
   
Πολλές χώρες από αυτές που εντάχθηκαν στην ευρωζώνη (σχεδόν όλες) δεν πληρούσαν ένα, ή περισσότερα, από τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, όταν εντάχθηκαν - μέσα από μια προωτοφανή και συνάμα προβληματική και ύποπτη πλειοδοσία εκπτώσεων στην ευρωζώνη. Η Ελλάδα, όμως, δεν πληρούσε ούτε ένα από τα κριτήρια αυτά! Και όμως, την ενέταξαν στην ευρωζώνη, παρά το γεγονός ότι η οικονομία της ήταν μοναδική και ουδεμία σχέση είχε, με όλες τις άλλες...



 Με την ένταξη της Ελλάδας στην χαοτική, θεσμικά, ευρωζώνη (η οποία θα είχε αποφευχθεί, εάν ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν στο τιμόνι της χώρας, κατά το μοιραίο έτος 1999, οπότε ελήφθη η οριστική απόφαση για την ένταξη αυτή, χωρίς να πληρούνται ούτε μία από τις προϋποθέσεις, για την πραγματοποίηση αυτής της ένταξης) η καταστροφή, που επήλθε, ήταν, περίπου, αναμενόμενη.

Με δεδομένο ότι το ελληνικό κράτος αδυνατεί να κόψει νόμισμα, αρνούμενο να ασκήσει το δικαίωμα του seigniorage, εντασσόμενο μέσα στην δίνη της παγκοσμιοποίησης, στην οποία το οδήγησε η ευρωζώνη, ως νομισματική και οικονομική ένωση, υποχρεώνεται σε μια καταστροφική τακτική σάρωσης κάθε εργασιακού και κοινωνικού δικαιώματος, προκειμένου να συγκρατήσει την φυγή των κεφαλαίων, που φέρνει η ανάγκη για βαριά φορολογία, προκειμένου να συντηρούνται οι κρατικές δαπάνες. Αυτή η πολιτική στοχεύει στην μείωση των δαπανών και στην μεταγενέστερη μείωση της φορολογίας, προκειμένου να επαναφέρει τα κεφάλαια που φεύγουν, είτε με την μορφή της αποεπένδυσης και μεταφοράς ολόκληρων βιομηχανιών και επιχειρήσεων στις χώρες του τρίτου κόσμου, είτε με την μορφή των αποταμιεύσεων ευρύτατων στρωμάτων της κοινωνίας.  

Έτσι τα δημόσια έσοδα πέφτουν, με συναφές αποτέλεσμα της ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωση όχι μόνον του κοινωνικού κράτους, αλλά και του ιδίου του κράτους, ως μηχανισμού διοίκησης της κοινωνίας, ενω η αποεπένδυση και η αντικατάσταση της εργασίας από την νέα τεχνολογία φουντώνει την ανεργία και η λιτότητα σαρώνει κυριολεκτικά τα εισοδήματα που δημιουργούνται και παραμένουν, εντός της χώρας μας, αφού, μέσα στα πλαίσια της ελεύθερης κίνησης των κεφαλαίων, ο πλούτος των προσώπων και των επιχειρήσεων, που μεταφέρεται, εκτός Ελλάδας, δεν μπορεί να φορολογηθεί, ή δεν υπάρχει επιθυμία να φορολογηθεί. Και όταν φορολογείται, τα αποτελέσματα είναι μηδαμηνά και κυριολεκτικά αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό. 

Αυτό που μένει να γίνει και τελικά, γίνεται, είναι η σάρωση των μισθών του εργαζόμενου πληθυσμού, των εισοδημάτων της μεσαίας και της κατώτερης τάξης και των κοινωνικών παροχών στον ευρύτερο πληθυσμό της χώρας. Με δεδομένο ότι αυτό είναι το μέλλον της χώρας μας, αλλά και με, επίσης, δεδομένο ότι, ανάλογο είναι και το μέλλον των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης (όσο η ευρωπαϊκή ελίτ αρνείται να δεχθεί ότι η ευρωζώνη είναι ένα άταφο ζόμπυ, το οποίο πρέπει, επειγόντως, να ταφεί και να οικοδομηθεί στην θέση της μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία - ή να επιστρέψουν οι χώρες που μετέχουν σε αυτή στα τοπικά τους νομίσματα, ή σε άλλες επί μέρους συσσωματώσεις), είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαγραφεί το ελληνικό δημόσιο χρέος σε ένα τέτοιο μέγεθος, που να είναι ικανοποιητικό και να επιτρέψει στην χώρα να φθάσει σε κάποια σημεία ανακοπής της κατακλυσμιαίας συρρίκνωσης της παραγωγής της και σταθεροποίησης της οικονομίας της. 

Αυτό είναι δύσκολο να συμβεί διότι το μέγεθος του ελληνικού δημόσιου χρέους (το οποίο τώρα πρέπει να φθάνει, γύρω στα 350 δισ. € και ακόμη, περισσότερο), που πρέπει να διαγραφεί είναι τεράστιο και φυσικά θα πρέπει να αφαιρεθεί από τα δάνεια που έχουν χορηγήσει τα κράτη της ευρωζώνης. Έτσι η διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους θα πρέπει να υπερβεί, κατά πολύ, τα 230 δισ. € και όπως φαίνεται, το ελληνικό δημόσιο θα φεσώσει - εάν η ευρωζώνη δεν "βάλει το χέρι στην τσέπη" -, ακόμη και το Δ..Ν.Τ., του οποίου η τελική συμμετοχή θα φθάσει και θα ξεπεράσει τα 40 δισ. €, εάν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα. 

Υπ' αυτή την οπτική γωνία, η διαγραφή του ελληνικού δημόσιου χρέους, που ελπίζει και αναμένει το 2014 η ελληνική κυβέρνηση, της τάξης των 60, έως 90 δισ. €, ακόμη και εάν συμβεί, θα είναι απολύτως ανεπαρκής και ύστερα από μια πρόσκαιρη "ευφορία" θα επαναφέρει την χώρα στην ίδια με την τωρινή κατάσταση, ενώ οι προϋποθέσεις, για να γίνει μια τέτοια διαγραφή θα είναι βαρύτατες, όπως αυτές που ήδη έχουν τεθεί, για τις δύο διαδοχικές και απολύτως ανεπαρκείς διαγραφές του ελληνικού δημόσιου χρέους, που έγιναν τον Μάρτιο και τον Δεκέμβριο του 2012, αφού ολόκληρη η δημόσια και η ραγδαία κατασχόμενη ιδιωτική περιουσία και η άμεση διαχείρισή τους, θα περάσουν στα χέρια των δανειστών, ολοκληρώνοντας την σύγχρονη αποικιοποίηση της πατρίδας μας, στο ήδη εγκατεστημένο καθεστώς πεονίας, που της έχει επιβληθεί και το οποίο προσιδιάζει, ιστορικά, στην λατινική κατάκτηση και αποικιοποίηση του ευρύτερου ελληνικού χώρου το 1204.

Ας γυρίσουμε, όμως, τώρα, στην μνημειώδη και προφητική ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου στην Βουλή, που έγινε στις 28/7/1992, επ' ευκαιρία της συζήτησης, για την κύρωση της Συμφωνίας του Μάαστριχτ και τους διαλόγους του, με τον, ιστορικά, αφελή Κωνσταντίνο Μητσοτάκη : 

"Κυρίες και κύριοι, ως γνωστό, δεδομένο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει για την κύρωση της συνθήκης του Μάαστριχτ. Όμως το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να πει στο Λαό μόνο τα αναμενόμενα οφέλη, ούτε να ωραιοποιήσει την εικόνα. Αντίθετα πρέπει να τονίσει με ειλικρίνεια το κόστος αυτής της προσαρμογής. Θα πρέπει ο Έλληνας πολίτης να ξέρει τι να περιμένει στο τέλος της πορείας, αλλά και τι θα έχει καταβάλει για να φθάσει στο τέρμα αυτής της δύσκολης και άνισης πορείας. Με την κατάρρευση του Ανατολικού μπλοκ άλλαξε πράγματι η παγκόσμιος ισορροπία. Και είναι κοινός τόπος, ότι υπάρχει μόνο μία στρατιωτική υπερδύναμη, οι ΗΠΑ. Είναι όμως ταυτόχρονα γνωστό, ότι από οικονομικής πλευράς δεν είναι η μόνη υπερδύναμη. Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις. Αυτή η ίδια, οι ΗΠΑ, η Ευρώπη – Γερμανία, η Γερμανία – Ευρώπη, αυτό θα κριθεί στην πορεία, και τρίτον η Ιαπωνία με Νοτιοανατολική Ασία. Το σημαντικό για μας είναι, ότι οι ΗΠΑ είναι σε στάση μάχης, τόσο απέναντι στην Ιαπωνία όσο και απέναντι στην Ευρώπη, στην ΕΟΚ. Η σύγκρουση ΗΠΑ – ΕΟΚ είναι μια σύγκρουση που, πού και πού, φανερώνεται, άλλες φορές γίνεται στα κρυφά, αλλά αφορά τρεις τουλάχιστον τομείς. Πρώτον, την συμφωνία GATT. Φυσικά αν αποτύχουν αυτές οι διαπραγματεύσεις, υπάρχουν διαφορές απόψεων οξύτατες μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, ιδιαίτερα Γαλλίας, θα πρέπει να αναμένουμε έναν εμπορικό πόλεμο άνευ προηγουμένου με συνακόλουθο την ύφεση και ανεργία σε μεγάλη κλίμακα. Υπάρχει επίσης διαφωνία σημαντική σε ό,τι αφορά το σύστημα ασφάλειας της Ευρώπης, αν θα είναι ευρωπαϊκό ή αν θα είναι στην ουσία ατλαντικό. Υπάρχει το θέμα και δεν έχει κλείσει, αν και ουσιαστικά νομίζω κινείται προς ένα μείγμα ευρωπαϊκού-ατλαντικού, ίσως σε σχήμα διαφορετικό, θεσμικά διαφορετικό, αλλά στην ουσία ανάλογο με αυτό που ίσχυε στο παρελθόν. Και υπάρχει επίσης η προσπάθεια των ΗΠΑ να προχωρήσει η διεύρυνση το γρηγορότερο δυνατόν, ώστε τελικά με τη διεύρυνση να δυναμιτιστεί η προσπάθεια της ένωσης πολιτικής και οικονομικής της Ευρώπης και να μετατραπούμε ξανά, αν θέλετε, σε ζώνη ελευθέρων συναλλαγών. Τις θέσεις των ΗΠΑ ενστερνίζεται οπωσδήποτε η Αγγλία και σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση της ενωμένης Ευρώπης και μπαίνει και βγαίνει από τη Νομισματική Ένωση, δεν είναι σαφές και στον κοινωνικό τομέα έχει πάρει θέση αρνητική αλλά ταυτόχρονα και σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, στηρίζει την ατλαντική περίπτωση, εκδοχή σαφώς όπως και οι ΗΠΑ. Η Γερμανία προωθεί ταυτόχρονα και την ολοκλήρωση αλλά και την διεύρυνση και μάλιστα σε μεγάλη κλίμακα. Υπήρχε μία εποχή που ο Υπουργός Εξωτερικών Γκένσερ, γυρνούσε στην Ευρώπη και έδινε υποσχέσεις σε όλες τις χώρες ότι θα ενταχθούν στην ΕΟΚ. Είναι επίσης η Γερμανία που έχει ξεχωριστή πολιτική να αναπτύξει την πολιτική της παρουσία ισοδύναμα με την οικονομική της, τόσο στην Κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και γενικότερα τις Παραδουνάβιες Χώρες. Και αυτό, στα πλαίσια ενός αγώνα με τη δημιουργία σφαιρών επιρροής, που μας πάνε πίσω περίπου έναν ολόκληρο αιώνα. Παραμένει, βέβαια, πάντα το ερώτημα, σε όλη αυτή την πορεία, εάν πορευόμαστε προς μία ευρωπαϊκή Γερμανία, ή προς μία γερμανική Ευρώπη. Πρόσφατα η Γερμανία αύξησε το επιτόκιο, την ώρα που όλοι στην Ευρώπη και στην Αμερική ζητούσαν να μην το κάνουν, διότι η πορεία προς την ύφεση είναι σαφής. Και όμως το έκαναν. Και διερωτάται κανείς σε ποιο μέτρο μπορεί να στηρίζεται η Ευρώπη στην γερμανική αλληλεγγύη. Ο στόχος της Γαλλίας είναι η ταχύτερη δυνατή ενσωμάτωση της Γερμανίας στην ενωμένη Ευρώπη και αυτό για λόγους μακροπρόθεσμης ισορροπίας και ασφάλειας στην Ευρώπη.  Στα πλαίσια της ΕΟΚ σωβεί πάντα η σύγκρουση βορρά και νότου και αυτό γιατί η ενιαία αγορά στην απουσία μιας άλλης πολιτικής σύγκλισης και συνοχής πολύ υψηλότερου επιπέδου, οξύνει τις αντιθέσεις, οξύνει τις ανισότητες, όχι μόνο ανάμεσα σε κράτη – μέλη, αλλά και σε περιοχές, οι οποίες είναι καθυστερημένες και περιοχές που είναι προχωρημένες. Αυτό είναι η τύχη μιας ενιαίας αγοράς πάντοτε. Εάν δεν υπάρξουν κάποια μέτρα, κάποιες παρεμβάσεις θα οξύνει τις αποστάσεις ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές περιφέρειες. Αναφέρομαι σε όλα αυτά, σε αυτές τις αποκλίσεις συμφερόντων και στρατηγικών, για να τονίσω τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην πορεία προς τη δημιουργία της ενωμένης Ευρώπης, μιας πραγματικής ευρωπαϊκής ομοσπονδίας. Αλλά και να τονίσω ταυτόχρονα πως κάθε κράτος – μέλος διεκδικεί τα δικά του συμφέροντα, έχει τη δική του εθνική στρατηγική και αυτή η εθνική στρατηγική λείπει στην Ελλάδα, δεν διαμορφώθηκε από την Κυβέρνηση ποτέ. Όσο καιρό βρίσκεται στην εξουσία δεν διαμόρφωσε μία σαφή εθνική στρατηγική, που περιλαμβάνει, φυσικά, και την πορεία μας προς την ενωμένη Ευρώπη. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Δύσης που μπορεί να έχει το προνόμιο να είναι η μόνη βαλκανική χώρα που είναι στην ΕΟΚ, αλλά είναι και η μόνη χώρα της Δύσης που αντιμετωπίζει νέα και έντονα προβλήματα ασφάλειας, ως αποτέλεσμα του τερματισμού του ψυχρού πολέμου. Το τόξο απειλής τώρα εκτείνεται από την Άγκυρα μέχρι τα Τίρανα, μέσω Σόφιας, αλλά, δυναμικός πυρήνας είναι και παραμένει η Άγκυρα. Και εμείς επιμένουμε, με όλα τα εθνικά μας θέματα ανοικτά, να υπογράψουμε σύμφωνο φιλίας με την Τουρκία και να της παραχωρήσουμε πιστοποιητικό καλής διαγωγής, πριν ακόμη κλείσουν οι συζητήσεις για το Κυπριακό. Σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική της ΕΟΚ πρέπει να λέμε την αλήθεια. Υπέστη μεγάλη δοκιμασία κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου. Στάθηκε, όμως, ενωμένη πού; Μόνο στην περίπτωση της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και στην πορεία εξουθένωσης της Σερβίας. Οι συνέπειες είναι οδυνηρές και το μέλλον αβέβαιο στα Βαλκάνια. Και έχει τεράστια ευθύνη η Κοινότητα, τα μέλη της, όλα ανεξαιρέτως, ιδιαίτερα η Γερμανία, γι’ αυτές τις εξελίξεις. Είναι βέβαιο, ότι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας εγκυμονεί κινδύνους και για μας. Και γι’ αυτό πρέπει με κάθε τρόπο, αν θέλουμε να παίξουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο που μας ανήκει, θα πρέπει να κινηθούμε μόνο στα πλαίσια ειρηνευτικών προσπαθειών, να είμαστε παντού ο πρόμαχος της ειρήνης, να μην αναμειχθούμε σε στρατιωτικές επεμβάσεις –δυστυχώς το πρώτο βήμα έγινε με τον ναυτικό αποκλεισμό- γιατί το μέλλον για την Ελλάδα στη βαλκανική μπορεί να είναι πράγματι σημαντικότατο. Η ενδοχώρα των Βαλκανίων είναι μεγάλη υπόθεση. Η Θεσσαλονίκη σαφώς είναι μια πόλη με τεράστιους ορίζοντες για το μέλλον. Προϋπόθεση, ειρήνη και ασφαλή σύνορα. Η Ελλάδα είναι και βαλκανική και μεσογειακή χώρα και είναι τώρα αναπόσπαστο τμήμα της νέας Ευρώπης που γεννιέται.   Στην ευρωπαϊκή πρόκληση δεν χωράει παρά μόνο θετική απάντηση. Ναι, θα συμμετάσχουμε ενεργά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Δεν υπάρχει πράγματι εναλλακτική πορεία, παρά μόνο η περιθωριοποίηση της Χώρας μας, όσα και αν είναι τα εμπόδια που στέκονται στο δρόμο μας.  Το Μάαστριχτ, αυτή η συνθήκη, απλώς αποτελεί για μας ένα εισιτήριο σε ένα δύσκολο και άνισο αγώνα. Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί στην εκκίνηση είμαστε οι τελευταίοι. Ο αγώνας είναι άνισος, γιατί η συνθήκη του Μάαστριχτ εκφράζει σχεδόν απόλυτα τα συμφέροντα και την οπτική γωνία του πλούσιου βορρά. Το όραμα της ενωμένης Ευρώπης δεν χωράει μέσα στο Μάαστριχτ. Το Μάαστριχτ για μας αποτελεί ένα σταθμό σε μία πορεία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ένα σταθμό που θα ξεπεραστεί και ίσως αλλοιωθεί στην ίδια την πορεία. Τι περιλαμβάνει το όραμα της ενωμένης Ευρώπης για μας; Το σεβασμό της λαϊκής κυριαρχίας, της δημοκρατίας και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνάδελφοι έχουν τονίσει επαρκώς το μεγάλο δημοκρατικό έλλειμμα και την ανάγκη γρήγορα να καλυφθεί. Δε θα μιλήσω παραπάνω σ’ αυτό το θέμα. Τη διασφάλιση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών. Την ανάδειξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας των κρατών-μελών. Την οικονομική ανάπτυξη και πλήρη απασχόληση του εργατικού δυναμικού. Τη δωρεάν Παιδεία και ιατρική περίθαλψη. Την κοινωνική μέριμνα. Την προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων από οποιαδήποτε επιβουλή, την προστασία του περιβάλλοντος. Αυτό είναι το όραμα της ενωμένης Ευρώπης. Στη συνθήκη του Μάαστριχτ υπάρχουν διακηρύξεις. Ουσιαστικές δεσμεύσεις, υπάρχουν κατά κύριο λόγο για την ΟΝΕ. Δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί το θεσμικό πλαίσιο για την πολιτική, ούτε για την ενιαία –όχι απλώς κοινή- εξωτερική πολιτική, ούτε για την ενιαία άμυνα. Στις προϋποθέσεις για τη συμμετοχή στην ΟΝΕ δεν υπάρχει αναφορά καν στο τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας, τη χειρότερη μορφή ανισότητας που μπορεί να γνωρίσει μία σύγχρονη χώρα. Οι δείκτες – στόχοι συνιστούν το όραμα, όπως ελέχθη ήδη στην Αίθουσα αυτή, ενός ευρωπαίου τραπεζίτη και εκφράζουν κατά κύριο λόγο τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις της σημερινής Ευρώπης. Λυπούμαι να πω ότι αυτό που είπε ο κ. Μητσοτάκης ότι η Ελλάδα έχει παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της συνθήκης, δεν μπορώ να το δεχθώ. Δεν έχω δει τίποτα ιδιαίτερα ελληνικό, ελληνική πρωτοβουλία που να είναι εμφανής στη διαμόρφωση αυτής της συνθήκης. Κατά τη γνώμη μας, η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρακολούθησε ως παθητικός αποδέκτης αποφάσεις που έχουν αρνητικές επιπτώσεις και για τη Χώρα μας και για την ισότιμη συμμετοχή μας στην Ενωμένη Ευρώπη. Υπάρχει εδώ κάτι που θέλω να τονίσω. Σε πολλές ερωτήσεις σε κυβερνητικά στελέχη, αλλά και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης, αναφερόμενος στο γιατί κάνει κάτι ή όχι σε θέματα εξωτερικής πολιτικής όπως είναι, παραδείγματος χάριν, ο ναυτικός αποκλεισμός ή αύριο κάποια στρατιωτική επέμβαση, η απάντηση είναι "ακολουθούμε τους συμμάχους και εταίρους μας". Μα είναι λάθος ρήση. Δεν ακολουθούμε, συμμετέχουμε. Έχουμε άποψη, έχουμε δυνατότητες ακόμα και βέτο. Δεν μπορούμε να λέμε "ακολουθούμε". Συμμετέχουμε και συνδιαμορφώνουμε. Αυτός είναι ο ρόλος. Και ελπίζω να μην ακουστεί ξανά ότι ακολουθούμε. Είμαστε μέσα, δεν είμαστε απ’ έξω. Ας το αξιοποιήσουμε αυτό. (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ). Και βέβαια είναι εσπευσμένη αυτή η σύγκλιση της Ολομέλειας. Ακόμα δεν γνωρίζουμε πού θα πάει το πακέτο Ντελόρ. Θα πω μερικά πράγματα. Δεν το γνωρίζουμε, έτσι χάνουμε κάθε διαπραγματευτική δυνατότητα και σε μία κρίσιμη περίοδο που προεδρία έχει η Μεγάλη Βρετανία. Η Βρετανική Προεδρία έχει δεδομένες σκέψεις και στόχους. Σε ό,τι αφορά το πακέτο Ντελόρ συγκεκριμένα, θα έχουμε έναρξη των διαπραγματεύσεων από μηδενική βάση. Προσέξτε το αυτό. Δηλαδή αυτά που έγιναν μέχρι την Λισσαβόνα, ξεχνιούνται. Από μηδενική βάση θα αρχίσει η διαπραγμάτευση για το πακέτο Ντελόρ. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεύτερον, η ευθύνη για την διαμόρφωσή του δεν θα είναι στα χέρια των Υπουργών Εξωτερικών, όπως ήταν στο πακέτο Ντελόρ 1, αλλά είναι στα χέρια των Υπουργών Οικονομικών (Ecofin) όπου θα έχουμε μόνο τεχνοοικονομικά κριτήρια και όχι πολιτικά κριτήρια. Η Κυβέρνηση ασφαλώς γνωρίζει, στόχος είναι η οροφή των ίδιων πόρων να αυξηθεί αλλά όχι πέραν του 1,37%, το οποίο τώρα η Αγγλική Προεδρία προσπαθεί να το κάνει 1,35%. Στόχος που δεν λύνει τα προβλήματα. Όπως ελέχθη εδώ ήδη στην Αίθουσα αυτή, αυτό το ποσοστό ιδίων πόρων είναι ανήμπορο να λύσει τα προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα γυρίσω σε αυτό. Οι 4 χώρες του στόχου 1 δεν θα διπλασιάσουν τους πόρους των διαρθρωτικών ταμείων και του ταμείου συνοχής. Αυτά είναι οι προθέσεις της Αγγλικής Προεδρίας. Η αύξηση θα είναι 60%, όχι 100%. Το ταμείο συνοχής αναμένεται να λειτουργήσει χωρίς ενδεικτική κατανομή των πιστώσεων μεταξύ των 4 χωρών. Και θα γίνει με βάση κριτηρίων που αφορούν την εφαρμογή των προγραμμάτων σύγκλισης του κάθε κράτους μέλους. Και η Ελλάδα έτσι κινδυνεύει να εισπράξει ελάχιστα. Και έρχομαι στο σημείο της διεύρυνσης. Και βέβαια η Αγγλική πλευρά την υποστηρίζει μετά πάθους. Όπως είπε ο κ. Μητσοτάκης, ορθώς, η ελληνική πλευρά στη Λισσαβόνα στις 26 και 27 Ιουνίου, υποστήριξε την ταυτόχρονη διεύρυνση και εμβάθυνση της Κοινότητας. Αυτό όμως ήταν υπαναχώρηση από μία θέση που είχε πάρει νωρίτερα, πρώτα η εμβάθυνση και ύστερα η διεύρυνση. Για μας αυτό είναι τεράστιο θέμα. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε για θέση ισότιμου μέλους στην Ενωμένη Ευρώπη αν πρώτα δεν κλείσει ο κύκλος της εμβάθυνσης, αν δεν ολοκληρωθεί η Ενωμένη Ευρώπη. Και είναι λάθος ιστορικό να υπαναχωρήσουμε απ’ αυτή τη θέση. Γι’ αυτό μάλιστα το ΠΑΣΟΚ προτείνει στο Κοινοβούλιο, στην Εθνική Αντιπροσωπεία, να αποφασίσει ότι δεν θα στέρξει η Ελλάδα να υπάρξει έναρξη διαπραγματεύσεων - έναρξη διαπραγματεύσεων- για νέες εντάξεις πριν περάσει το πακέτο Ντελόρ, τουλάχιστον αυτό, χωρίς περικοπές. (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ) Δεν είναι όρος, εμείς θα ψηφίσουμε "Ναι" είτε γίνει, είτε δεν γίνει. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης): Αυτό το έχουμε επιτύχει ήδη, κύριε Πρόεδρε. Είναι κεκτημένο σας πληροφορώ. Αν δεν σας αρέσει, κύριοι συνάδελφοι να το ακούτε, είναι πραγματικότητα. ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ): Δεν είναι δυστυχώς. Αν είμαστε σύμφωνοι, τότε κύριε Μητσοτάκη, να στηρίξετε την πρότασή μου. Είμαι έτοιμος να αποδεχθώ την δική σας θέση. (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ) Τότε ελπίζω ότι όλο το Κοινοβούλιο σχεδόν θα στηρίξει αυτή τη θέση πολύ καλά. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης): Γι’ αυτό, μετά την 1η Ιανουαρίου θα αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις. .................................................................................................................................................................
Και τώρα για την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση. Εδώ πρέπει να συνεννοούμεθα, να λέμε ακριβώς ποια είναι η πραγματικότητα. Βεβαίως η Ελλάδα έχει γίνει δεκτή. Θα γίνει δεκτή από την Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση. Και βεβαίως η Τουρκία θα γίνει δεκτή ως συνδεδεμένο μέλος. Αλλά εδώ έχουμε μια τεράστια υπόθεση, ότι εδόθη επίσημα ερμηνεία στο άρθρο 5, το οποίο εξαιρεί τη σύγκρουση Τουρκίας – Ελλάδας από την αρμοδιότητα της ΔΕΕ βάσει του άρθρου 5. Και κοιτάξτε, είναι ένα τεράστιο θέμα αυτό διότι, πρώτον, θέλω να θυμίσω ότι το 1981 ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας το έθεσα στο ΝΑΤΟ και ζητούσα τότε απλώς να γραφεί ότι θα έλθουν εις αρωγήν κάθε κράτους μέλους όταν υπάρξει επίθεση από οπουδήποτε και αν έλθει. Η απάντηση στην αρχή ήταν, αυτό εξυπακούεται, προς το τέλος ήταν, δεν γίνεται. Και δεν γίνεται διότι υπάρχει το πρόβλημα δύο ετέρων σε συμμαχία, Τουρκίας και Ελλάδας, οι οποίες μπορεί να βρεθούν κάποια ημέρα σε σύγκρουση. Εδώ, αυτό που συνέβη με τη ΔΕΕ είναι χειρότερο απ’ αυτό που συνέβη τον Δεκέμβρη του 1981. Γιατί τώρα για πρώτη φορά, ειδικά με σφραγίδα, λέει η ΔΕΕ: Ένας τέτοιος πόλεμος δεν με αφορά. Και είναι δυνατόν κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, να λέμε ότι τα σύνορα της Ευρώπης είναι τα σύνορα της Ελλάδος; Θα ήταν αν δεν υπήρχε αυτή η ερμηνεία για το άρθρο 5. Γιατί η κύρια επεκτατική δύναμη, που αντιμετωπίζουμε, με τεράστιο δυναμισμό, με μεγάλες Ένοπλες Δυνάμεις, με έξοχο διπλωματικό Σώμα, είναι η Τουρκία. Η ΔΕΕ δεν μας καλύπτει. Επομένως δεν μπορούμε να μιλούμε σήμερα για τα σύνορα της Ευρώπης και τα σύνορα της Ελλάδος. Και πρέπει να πω ότι ο κ. Μητσοτάκης στις 3 Δεκέμβρη 1991 είπε ο ίδιος, πως "η συμπερίληψη στο κεφάλαιο της εξωτερικής πολιτικής άμυνας ρύθμισης, για την αμοιβαία συνδρομή, θα έπρεπε να αποτελέσει πρωταρχική προϋπόθεση, για την τελική συγκατάθεσή μας στο σχέδιο συνθήκης Μάαστριχτ". Και ερωτώ σήμερα: Τι λέει γι’ αυτή του τη θέση, η οποία είναι αρίστη; Και δεν λέω δυστυχώς εγκατελείφθη, γιατί και πάλι θα έπρεπε να ψηφίσουμε για το Μάαστριχτ. Αλλά δεν θα έπρεπε να είχε ειπωθεί. Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν γνωρίζω τι προσέφερε στη μάχη για το Μάαστριχτ. Το ΠΑΣΟΚ στα 8 χρόνια, που κυβέρνησε, κέρδισε σημαντικότατες μάχες: Πρώτον, είχε δύο πετυχημένες προεδρίες. Δεύτερον, με το μνημόνιο που κατέθεσε, μόλις ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Χώρας, έκανε ουσιαστική αναδιαπραγμάτευση της συνθήκης ένταξης. Τρίτον, στο ΠΑΣΟΚ οφείλεται η θεσμοθέτηση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων, τα οποία τα πήραμε για τη Νότια Ευρώπη, αρνούμενοι να πούμε ναι στη διεύρυνση τότε, με Ισπανία, Πορτογαλία. Γίναμε αντιπαθητικοί, αλλά εξυπηρετήσαμε τα συμφέροντα και της Χώρας μας και του Νότου! (Χειροκροτήματα από την Πλευρά του ΠΑΣΟΚ) Και προωθήσαμε σημαντικά, τόσο το θέμα της συνοχής, όσο και την Κοινωνική Ευρώπη. Και τώρα πηγαίνω στο τεχνικότερο θέμα της Νομισματικής Οικονομικής Ένωσης.  Οι όροι για τη συμμετοχή είναι γνωστοί και δεν θα τους επαναλάβω. Αλλά θέλω να τονίσω, αρχίζοντας ότι η Κυβέρνηση δεν έχει καταθέσει μέχρι τώρα πρόγραμμα σύγκλισης. Έτσι δεν είναι η στιγμή για να μπούμε σε λεπτομέρειες. Όμως, έχουμε δικαίωμα να καλέσουμε την Κυβέρνηση, πριν στείλει κάποιο κείμενο στην ΕΟΚ, να το θέσει υπόψη της Εθνικής Αντιπροσωπείας, ώστε να υπάρξει διάλογος ουσιαστικός πριν κατατεθεί ως πρόταση της Ελλάδος, για τα επόμενα 5 χρόνια. Το περίγραμμα των κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων, για την σύγκλιση που δόθηκε στη Βουλή, δεν στηρίζεται ούτε καν σε στοιχειώδη οικονομική λογική. Πώς είναι δυνατόν να προσδοκάται μια ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5%, όταν η δημοσιονομική ώθηση στην οικονομία μειώνεται κάθετα και το πραγματικό εισόδημα, από μισθούς και ημερομίσθια, συμπιέζεται συστηματικά, σύμφωνα με τις γνωστές κυβερνητικές προθέσεις, δηλώσεις και πράξεις; Έτσι, η εμβάθυνση της ύφεσης είναι μονόδρομος, όπως βέβαια είναι και η αποτυχία της δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να μιλούμε όχι για σύγκλιση, αλλά για απόκλιση από τους στόχους του Μάαστριχτ. Εκεί πραγματικά μας οδηγεί η οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης. Είναι φυσικό γενικά, οι οικονομέτρες, στα μοντέλα σύγκλισης να μη συμπεριλαμβάνουν το κοινωνικό κόστος της επίτευξης των στόχων της ΟΝΕ και είναι αυτό μέσα στο βασικό μου επιχείρημα ότι αυτοί οι στόχοι, με αυτήν την πολιτική που ακολουθείτε, είναι ανέφικτοι. Το κοινωνικό κόστος για την Ελλάδα της επίτευξης των στόχων στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει η συνθήκη του Μάαστριχτ, είναι τεράστιο για τις χώρες του Νότου. Ο κ. Αρσένης, μιλώντας, είχε κάποιες περικοπές από ένα άρθρο του κ. Πελετιέ στη MONDE στις 21 Ιουλίου. Αλλά θα ήθελα να διαλέξω δύο άλλες παραγράφους, από εκείνες που διάλεξε εκείνος, και θυμίζω ότι πρόκειται για τον οικονομικό διευθυντή του αντίστοιχου ΣΕΒ της Γαλλίας: "Οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από την Συνθήκη δεν είναι πραγματόσημες στα χρονικά πλαίσια που προβλέπει για την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα και την Ισπανία". Προσθέτει όμως, ότι "οι υπολογισμοί που αφορούν την Πορτογαλία και την Ελλάδα φέρνουν ίλιγγο". Αυτές οι εκτιμήσεις νομίζω ότι είναι σωστές. Και για μένα σημαίνουν ότι ήδη προβλέπονται, έστω και αν δεν ομολογούνται, δύο ταχύτητες στην Ενωμένη Ευρώπη, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας το τεράστιο κοινωνικό κόστος και τις εκρηκτικές κοινωνικές καταστάσεις, τις οποίες θα αντιμετωπίζουμε σε αυτήν την πορεία, τουλάχιστον για τις χώρες του Νότου. Τότε μπορείτε να μου πείτε, μοιρολατρικά να δεχθούμε αυτήν την πορεία; Γιατί ψηφίζουμε "ναι", μία πορεία συνεχιζόμενης ύφεσης, μεγέθυνσης της ανεργίας και της ανισοκατανομής του πλούτου και του εισοδήματος της βίαιης δημιουργίας μιας κοινωνίας των 2/3, για να μην φθάσω να λέω του 1/3. Και η απάντηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία έχει την πολιτική της, είναι ναι. Ναι, στην συνεχιζόμενη μονόπλευρη λιτότητα για 7 ακόμα χρόνια. Ναι, στη βίαιη ταξική επίθεση ενάντια στους εργαζόμενους, ναι, τελικά, στην αποτυχία. Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ είναι : Όχι. Υπάρχουν και άλλοι δρόμοι. Δρόμοι, που θα οδηγήσουν στην προσέγγιση –παρακαλώ υπογραμμίστε το "προσέγγιση"- των ονομαστικών στόχων του Μάαστριχτ, με δίκαιη επιμέτρηση του κόστους της προσαρμογής. Δρόμοι, που οδηγούν ακόμα και στην επίτευξη -υπογραμμίστε το "επίτευξη"- των στόχων, εφόσον όμως πληρωθούν ορισμένες προϋποθέσεις ή θα υπάρξει επιμήκυνση του χρονικού πλαισίου ή θα υπάρξει γενναία μεταφορά πόρων από τον πλούσιο βορρά στο φτωχό νότο. Κάτι τέτοιο απαιτεί συνεχιζόμενη διεκδίκηση στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Απαιτεί, επίσης, μια άλλη οικονομική πολιτική, διότι η Νέα Δημοκρατία, η ΕΟΚ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ΟΟΣΑ αποτελούν το άλλοθι για να συνεχίζει τη δική της αντιφατική, αναποτελεσματική, μυωπική πολιτική της. Μία καθαρά εισπρακτική πολιτική, που ρίχνει όλο το κόστος της προσαρμογής στους εργάτες, στους ανέργους, στους μισθωτούς, στους μικρομεσαίους, στους αγρότες, στους συνταξιούχους. Μια πολιτική όχι μόνο αντικοινωνική, αλλά και αντιαναπτυξιακή. Και ας μη μας πει η Κυβέρνηση πως η πολιτική της είναι μονόδρομος. Διακεκριμένοι οικονομολόγοι, ο κ. Ζολώτας, ο κ. Αγγελόπουλος, έχουν επισημάνει την πλήρη αναποτελεσματικότητα του περίφημου "μονόδρομου". Μα κυβερνητικά στελέχη επίσης, ο σημερινός Υπουργός Εθνικής Οικονομίας –θέλω να υπενθυμίσω τη ρήση του, δεν την έχω ακριβώς- μίλησε για τα δύο χαμένα χρόνια της Νέας Δημοκρατίας. Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας, βαθαίνει η ύφεση, αυξάνεται η ανεργία αποσαθρώνεται και ανθελληνίζεται η παραγωγική βάση της οικονομίας. Κατεδαφίζεται το κράτος πρόνοιας, αποψιλώνονται ολόκληρες περιοχές, αποδυναμώνεται κάθε ικμάδα περιφερειακής ανάπτυξης, εκποιείται και ανθελληνίζεται ο δημόσιος τομέας. Μ’ αυτές τις συνθήκες εκκίνησης που είναι το έργο της Νέας Δημοκρατίας, έχει υπονομευθεί η μάχη για την ισότιμη ένταξή μας στην ΟΝΕ. Είναι μια τεράστια ιστορική ευθύνη που θα καταλογιστεί στη Νέα Δημοκρατία, από το Λαό και την ιστορία. Έχει επίσης τεράστια ευθύνη η Κυβέρνηση, γιατί ως θεατής αποδέχθηκε την ομογενοποιημένη πορεία για όλους τους Ευρωπαίους, προς το ’97 άσχετα από το σημείο εκκίνησης. Αυτό είναι ένα τεράστιο λάθος διαπραγματευτικό, όχι μόνο ελληνικό, δυστυχώς όλος ο Νότος ευθύνεται γι’ αυτό. Προσαρμόστηκε η Κυβέρνηση πλήρως στις κοινοτικές επιταγές. Δεν διεκδίκησε καμιά δέσμευση, δεν εξασφάλισε το πακέτο Ντελόρ. Και το είχαμε πει όχι στη Βουλή κατ’ ανάγκη, αλλά πολλές φορές δημόσια, πως υπογράφεται η συνθήκη του Μάαστριχτ, χωρίς ταυτόχρονα να περιέχεται και το πακέτο Ντελόρ 2, να ξέρουμε πού πάμε. Δεν διαπραγματεύτηκε ειδικά μέτρα προσαρμογής που δικαιούται η Ελλάδα. Μην ξεχνάμε η Ελλάδα έχει 7% του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες, διότι ακριβώς ούτε το ΝΑΤΟ, ούτε η ΔΕΕ μπορούν να μας προστατεύσουν ή θέλουν να μας προστατεύσουν από τη μεγάλη εξ ανατολών απειλή. Ειδικότερα δεν ζητήθηκε αναγνώριση ενός χρυσού κανόνα στα δημοσιονομικά, της εξαίρεσης της χρηματοδότησης των δημοσίων επενδύσεων από τους περιορισμούς του δανεισμού του δημοσίου. Ουσιαστικά, έμμεσα αποδέχθηκε την θεσμοθέτηση των δυο ταχυτήτων. Αφού θα έπρεπε να γνωρίζει ότι χωρίς αυτές τις αναπροσαρμογές, θα ήταν ανέφικτο να πετύχουμε τους στόχους. Σε ό,τι αφορά τη θέση του ΠΑΣΟΚ για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική έχουμε τονίσει με όλους τους δυνατούς τρόπους πως χωρίς ανάπτυξη η πολιτική της σταθεροποίησης οδηγεί την οικονομία σε ναυάγιο – ο Λαός έχει ένα ρητό που λέει "από τη μύγα ξύγκι δεν βγάζεις", είναι η πραγματικότητα – και επίσης το ότι χωρίς κοινωνική πολιτική, κλονίζεται η κοινωνική συνοχή και καθίστανται πράγματι ανέφικτη η αύξηση της παραγωγικότητας. Σε ό,τι αφορά την πορεία προς την ΟΝΕ, μια πορεία που με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται αδιέξοδη για τις χώρες του νότου, η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι πως η Ελλάδα σε συνεργασία με τις χώρες του νότου, πρέπει να δώσει τη μεγάλη μάχη για την επίτευξη των παρακάτω στόχων: Πρώτον, το πακέτο Ντελόρ 2 να ισχύσει στο σύνολό του, χωρίς αλλοιώσεις και περικοπές. Δεύτερον, όπως έχει τονιστεί στη Βουλή απ’ άλλους, με την ολοκλήρωση της ΟΝΕ η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική ασκείται πλέον –θα ασκηθεί δηλαδή- σε ευρωπαϊκό, όχι σε εθνικό επίπεδο. Στα κράτη-μέλη παραμένει η δημοσιονομική πολιτική, που όμως ουσιαστικά περιορίζεται σε αναδιανεμητικό ρόλο. Εδώ πραγματικά βρίσκεται το κλειδί. Σε μια ομόσπονδη Ευρώπη ο Ευρωπαϊκός Προϋπολογισμός πρέπει να είναι μεγέθους ικανού για την άσκηση αποτελεσματικής αναδιανεμητικής πολιτικής προς όφελος των κρατών-μελών του ευρωπαϊκού νότου και των οικονομικά καθυστερημένων περιοχών. Μόνο κάτω από τέτοιες συνθήκες θα καταστεί δυνατή η σύγκλιση στα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και εισοδημάτων, που δεν αφορούν τους στόχους τους τραπεζικούς, είναι άσχετα με τους τραπεζικούς στόχους, που έχει θέσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ. Και εδώ σαφώς πρέπει να δοθεί η μάχη, από την έκβαση της οποίας θα κριθεί και το μέλλον της Χώρας μας. Εδώ, ήθελα να φέρω ένα παράδειγμα: Όταν υπάρχει ενοποίηση του νομίσματος σε πέρα από μια χώρα, σε 2, σε 3, σε 5 χώρες αυτό λειτουργεί κατά τρόπο αρνητικό για όλες τις καθυστερημένες ή ασθενέστερες χώρες ή περιοχές. Και θα δώσω το απλό παράδειγμα των δύο Γερμανιών. Μόλις έγινε το ενιαίο νόμισμα, εμφανίστηκαν αμέσως τα τραγικά προβλήματα της Ανατολικής Γερμανίας. Και η Δυτική Γερμανία αναγκάζεται, τώρα, να κάνει μεταφορές πόρων, πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων, στην τέως Ανατολική Γερμανία, γιατί έχει την ευθύνη και μπορεί να ασκήσει δημοσιονομική πολιτική. Σκεφθείτε, χωρίς τη δημοσιονομική πολιτική της Ευρώπης, τι θα συμβεί στις καθυστερημένες περιοχές. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο και κλειδί, να ολοκληρωθεί ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της Ευρώπης, έτσι ώστε η ευθύνη να είναι εκεί όπου υπάρχουν τα μέσα. Τα μέσα θα τα έχουν οι Βρυξέλλες μετά την ένωση. Δεν θα τα έχουν τα κράτη-μέλη. Και εκεί υπάρχει η ευθύνη, η οποία βεβαίως πρέπει και να ελέγχεται δημοκρατικά. Αλλά επ’ αυτού έχουν μιλήσει άλλοι δια μακρόν. Εδώ είναι, κατά τη γνώμη μου, και η κύρια δικαίωση, όχι η μόνη, για την πραγματοποίηση της Πολιτικής Ένωσης. Μόνο με μια Πολιτική Ένωση θα αναλυθούν αυτές οι ευθύνες, ώστε ο Κοινοτικός Προϋπολογισμός να μπορεί να καλύπτει τις ανισότητες οι οποίες δημιουργούνται από την ίδια τη διαδικασία και λειτουργία της ελεύθερης και ενιαίας αγοράς. Αλλά πέρα απ’ αυτά, μιλώντας τώρα για την Ευρώπη και όχι για την Ελλάδα, - στο μέτρο βέβαια που είναι και η Ελλάδα αφορά και αυτήν - δεν αρκεί η ενιαία αγορά και το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, για να αντιμετωπίσει η Ευρώπη τις προκλήσεις του μέλλοντος και σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ και σε ό,τι αφορά την Ιαπωνία. Απαιτείται η διαμόρφωση μιας αναπτυξιακής Ευρωπαϊκής Πολιτικής της ίδιας της Κοινότητας για την αντιμετώπιση της ανεργίας, καθώς και μια βιομηχανική πολιτική, που να εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι στα άλλα εμπορικά μπλοκ. Η πρότασή μας, απλοποιημένη για την περίπτωση, - δεν είναι κύριο θέμα - η πρότασή μας, διεξόδου για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, κινείται στους εξής άξονες: Πρώτον – έχουμε πάθει πλέον όλοι ένα είδος μυωπίας, δεν γνωρίζω, βλέπουμε πληθωρισμό, χρέος, ελλείμματα, επιτόκια, τα άλλα έχουν χαθεί από την οθόνη και πρέπει επιτέλους να δούμε και εκείνα που δεν είναι στην οθόνη, να τα φέρουμε ξανά στην οθόνη - διαμόρφωση ενός διεθνώς ανταγωνιστικού βιομηχανικού τομέα με την ανάπτυξη εκείνων των κλαδικών πολιτικών που θα συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και στην εκπαίδευση και εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και βέβαια στους τομείς, όπου έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα Δεύτερον, η αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής ώστε να γίνουμε ανταγωνιστικοί και να μπορέσει η γεωργία μας να προσαρμοστεί χωρίς απώλειες ή χωρίς μεγάλες απώλειες στη νέα κοινοτική αγροτική πολιτική. Τρίτον, εκσυγχρονισμό και επέκταση του τριτογενούς τομέα για να απορροφήσει την απασχόληση που θα απελευθερωθεί μέσα από την αλλαγή της οικονομικής δομής. Τέταρτον, αυτή η πολιτική αναδιάρθρωσης πρέπει να συνοδεύεται από μια αναδιανεμητική πολιτική, που θα εξασφαλίζει ένα επίπεδο κοινωνικών παροχών που να ικανοποιούν τις βασικές ανάγκες κάθε Έλληνα πολίτη, να διασώζουν δηλαδή το κράτος πρόνοιας. Πέμπτον, την θεσμοθέτηση ενός δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος που επιτέλους θα συρρικνώσει την παραοικονομία στη Χώρα μας Αυτά, για μας, προϋποθέτουν την ταχύτερη δυνατή αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την πραγματοποίηση μιας ριζικής αποκέντρωσης στα πλαίσια ενός αποκεντρωμένου δημοκρατικού προγραμματισμού που θα εκπορεύεται από μια εθνική κοινωνική συμφωνία, από ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Είναι σαφές ότι το πεδίο της δράσης και αναμέτρησης ανάμεσα στις συντηρητικές και τις προοδευτικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Τόνισα πως το όραμα της ευρωπαϊκής ένωσης δεν χωράει στη συνθήκη του Μάαστριχτ και αυτό γιατί διαμορφώθηκε, κατά κύριο λόγο, από τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης. Όταν το πολιτικό σκηνικό αλλάξει στην Ευρώπη, τότε θα ανοίξουν οι ορίζοντες για τη δημιουργία μιας πραγματικά ομόσπονδης Ευρώπης. Μόνο οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να μετατρέψουν το όραμα της ενωμένης Ευρώπης σε χειροπιαστή πραγματικότητα. Και είμαστε βέβαιοι πως η αλλαγή του πολιτικού σκηνικού θα έρθει σύντομα με πρωτοπόρα την Ελλάδα, όταν σύντομα θα μιλήσει ο κυρίαρχος Λαός. (Όρθιοι οι Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ χειροκροτούν ζωηρά και παρατεταμένα).   …………………………………………………………………………………………………. Με λίγα λόγια, σε ό,τι αφορά την Γερμανία, δεν ακούσατε καλά αυτό που είπα, ότι η Γερμανία ταυτόχρονα ακολουθεί πολιτική ενσωμάτωσης και διεύρυνσης. Είναι μια αντιφατική πολιτική, κρατάει τα μπόσικα, να δει πού θα πάει το πράγμα. Σε ό,τι αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχετε άδικο γιατί είναι πολλές οι καμπάνιες και οι δηλώσεις αμερικανών αξιωματούχων σε ό,τι αφορά την Ενωμένη Ευρώπη. Σε ό,τι αφορά την ΔΕΕ, τη Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση, χαίρω ότι δεχθήκατε ότι υπήρξε μια δήλωση, που ακυρώνει την αρωγή προς τη Χώρα μας σε περίπτωση επίθεσης από την Τουρκία, η οποία είναι και ο κύριος αντίπαλος με επεκτατική πολιτική και ιμπεριαλιστική πολιτική, θα έλεγε κανείς, σε όλη την περιοχή. Ασφαλώς δεν είμαστε μέλη της ΔΕΕ, αλλά είναι εντυπωσιακό ότι αντί να μας δεχθούν, όπως όφειλαν, γιατί είμαστε μέλος της Κοινότητας, μας έθεσαν ένα χρόνο διορία για να εγκριθεί η Ελλάδα ως μέλος της ΔΕΕ. Εύχομαι να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά ως έχουν τα σύνορα της Ευρώπης δεν είναι τα σύνορα της Ελλάδος, ως την ώρα εκείνη που θα ανατραπεί αυτή η ερμηνεία, αυτή η δήλωση. Μιλήσατε για αρνητικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ σε προτάσεις που επί κυβερνήσεώς του έγιναν για εξωτερική πολιτική. Ναι. Το ΠΑΣΟΚ ξέρει και να διαπραγματεύεται και να λέει όχι. Και αυτό για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του Έθνους και του Λαού μας. (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ) ............................................................................................................... Ασφαλώς η επιθυμία μας είναι να είμαστε στην πρώτη ταχύτητα. Ποιος θέλει τη δεύτερη ή την τρίτη; Όμως, υπάρχουν προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Δεν θα επαναλάβω το λόγο, γιατί ο λόγος μου αφορά τις εναλλακτικές λύσεις και πορείες, την οικονομική πολιτική, τις παρεμβάσεις στην ΕΟΚ, την αλλαγή ορισμένων συνθηκών. Δεν είναι αυτόματη η πρώτη ταχύτητα. Αλλά και η πρώτη ταχύτητα και το σημείο εκκίνησης και ο μη αποκλεισμός της διεύρυνσης, η αποδοχή ότι είναι δυνατή η διεύρυνση μαζί με την εμβάθυνση, είναι λάθος. Όταν εμείς ζητάμε από το Κοινοβούλιο να πάρει μια θέση, να μην αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για διεύρυνση πριν κλείσει το πακέτο Ντελόρ και το θέμα της μεταφοράς πόρων και χρηματοδότησης της Κοινότητας, εννοούμε όχι την επίσημη φάση, που είναι η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ ΕΟΚ και χώρας που ζητάει ένταξη, αλλά ακόμη και την ανεπίσημη συζήτηση και διάλογο μέσα στα πλαίσια της ΕΟΚ σε ό,τι αφορά την ένταξη άλλων χωρών, διότι ύστερα είναι αυτόματη πλέον ουσιαστικά η ένταξη της εν λόγω χώρας. Σε ό,τι αφορά τη σοσιαλιστική Κυβέρνηση της Ιταλίας, θέλω να τονίσω ότι εκεί Πρωθυπουργός είναι σοσιαλιστής, αλλά η κυβέρνηση δεν είναι σοσιαλιστική, ούτε ήταν. Σε ό,τι αφορά το φίλο μου τον Γκονζάλες, δεν είναι η στιγμή να μιλήσουμε. Έχει κάνει μεγάλο έργο για την Ισπανία. Υπάρχουν και πράγματα που ίσως εμείς δεν θα κάναμε στη θέση του. Θέλω να τελειώσω με τούτο: Άκουσα την κα Δαμανάκη, η οποία μίλησε για κάποιο κοινό σχέδιο διεξόδου, για μια κοινή στρατηγική. Ασφαλώς συμφωνούμε για το Μάαστριχτ, αλλά δε συμφωνούμε σ’ αυτό. Πιστεύουμε ότι η μόνη λύση είναι η προσφυγή στον Ελληνικό Λαό. Μόνο με μια νέα προοδευτική κυβέρνηση θα βγει πέρα ο αγώνας της Ελλάδας. (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ).
Το 1994, λίγο πριν από τις ευρωεκλογές της 12ης Ιουνίου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κινδυνολογεί, από το βήμα της Βουλής και μιλάει για επερχόμενη χρεωκοπία της χώρας. Πρωθυπουργός είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο ίδιος ο Μητσοτάκης έχει παραδώσει την αρχηγία της Ν.Δ. στον Μιλτιάδη Έβερτ. Η αναφορά του στην υποτιθέμενη χρεωκοπία, που θα ερχόταν, μετά τις ευρωεκλογές, είναι προϊόν του φόβου του, επειδή στην συνεδρίαση εκείνη συνεζητείτο η παραπομπή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών, για τις μίζες, που είχαν εισπράξει οι στοχοποιημένοι ως προσωπικοί του ταμίες Μαθιόπουλος και Σπυρόπουλος, κατά την πώληση της ΑΓΕΤ Ηρακλής στην Calzestrucci του γνωστού Lorenzo Panzavolta. Φυσικά, η προαναγγελθείσα χρεωκοπία δεν ήλθε ποτέ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Ιωάννης Μπούτος, ο Γιώργος Μίρκος και ο Αλέκος Παπαδόπουλος την απέτρεψαν, αποκρούοντας τις κερδοσκοπικές επιθέσεις των διεθνών funds. Η επιτυχία αυτή στηρίχθηκε στα μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας. Αλλά κυρίως, στο γεγονός ότι το νόμισμα της χώρας, τότε, ήταν η δραχμή... ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Αθανάσιος Τσαλδάρης) : Ο κύριος Πρόεδρος της Κυβερνήσεως έχει το λόγο. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης) : Κύριε Παπανδρέου, θα είμαι σύντομος. Εγώ δεν θέλησα να επαναλάβω κάτι το οποίο είπα στην κα Δαμανάκη κατά τη διάρκεια της απουσίας σας από την Αίθουσα. ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ) : Παρακολουθούσα. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης) : Ακριβώς. Το κατάλαβα από την απάντησή σας. Προσπαθήσατε να δικαιολογήσετε τα αδικαιολόγητα. Πέστε καλύτερα ότι εκάνατε λάθος. Είναι πολύ πιο απλό. Είναι βέβαιο ότι η Συνθήκη προβλέπει αυτό που σας είπα διακόπτοντάς σας. Η απόφαση που ελήφθη στη Λισαβώνα προβλέπει αυτό που σας είπα. Και σας εδιάβασα το επίσημο ανακοινωθέν, ότι οι διαπραγματεύσεις θα αρχίσουν αμέσως, μόλις επικυρωθεί η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιτευχθεί συμφωνία για τη δέσμη μέτρων Ντελόρ-2. Κατά συνέπεια… (Θόρυβος, διαμαρτυρίες από την Πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ) ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ : Δεν διαβάζετε το κείμενο που είναι μπροστά σας. Λέει "επισήμως". ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης) : Αφήστε τα αυτά, κύριε συνάδελφε. Δεν καταλάβατε ότι ο Πρόεδρός σας έκανε λάθος; Αλλά εις την Βουλή είναι καλύτερα να ομολογεί κανείς το λάθος. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ : Λέει "επισήμως". ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης) : Κύριε Πάγκαλε, αφήστε, να χαρείτε. Κάντε μου τη χάρη. ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Αθανάσιος Τσαλδάρης) : Σας παρακαλώ, κύριε Πάγκαλε. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης) : Τώρα για τα υπόλοιπα. Εις ό,τι αφορά τη διεύρυνση, εγώ σας είπα για τη Γερμανία ότι έχει μια ξεκάθαρη θέση. Έχει επιλέξει την Ευρώπη, κύριε Παπανδρέου, η Γερμανία. Εγώ τουλάχιστον είμαι βαθύτατα πεπεισμένος γι’ αυτό. Και γι’αυτό, είναι ένας πρόσθετος λόγος να προχωρήσει η Ευρώπη γρήγορα, διότι αυτό που θέλει σήμερα η Γερμανία, δεν ξέρω αν θα το θέλει μετά από 2 ή 3 χρόνια. Όπως γνωρίζετε, γίνονται πολιτικές αλλαγές παντού και αλλάζει καμιά φορά η τάση των λαών. Μην ξεχνάτε, ότι, περίπου πριν από 30 χρόνια, η Ενωμένη Ευρώπη ήταν στα πρόθυρα της πολιτικής ένωσης. Ήταν έτοιμες να προχωρήσουν τότε –όχι στην αριθμητική έκταση που είμαστε σήμερα- οι βασικές χώρες που απετέλεσαν στη συνέχεια την πρώτη Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στην πολιτική ένωση. Και αυτό κατέρρευσε. Και είχε πει τότε ο μακαρίτης ο Αντενάουερ ότι η μια γενιά θα περάσει για να είναι πάλι η Ευρώπη έτοιμη για ενοποίηση. Τίποτα δεν μας εγγυάται ότι αν σήμερα η Ευρώπη δεν ενωθεί, που πράγματι το επιθυμεί πρώτη η Γερμανία, όπως σας εξήγησα, και η Γαλλία και όλες οι άλλες χώρες, με ταλαντευόμενες ορισμένες χώρες όπως είναι η Βρεταννία, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι θα έχουμε εξασφαλίσει την ευρωπαϊκή ενότητα και στο μέλλον. Γι’ αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσουμε απόλυτα και σταθερά τη θέση μας.
Και σε ό,τι αφορά τη διεύρυνση, η θέση της Ελλάδος δεν ήταν ποτέ αρνητική για τη διεύρυνση απέναντι των άλλων χωρών. Κατ’ εξοχήν η Ελλάδα μικρή Χώρα δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να είναι αρνητική: "Μπήκαμε εμείς μέσα, να μην μπει κανένας άλλος". Δικαιολογημένα ζητούμε πρώτα να γίνει η εμβάθυνση και η εξασφάλιση των χωρών που είναι μέσα. Και γι’ αυτό βάλαμε το πακέτο Ντελόρ. Τώρα σε ό,τι αφορά την Τουρκία, κύριε Παπανδρέου, σας έχω πει πολλές φορές ότι είναι ανάγκη να προχωρήσουμε σε διάλογο με την Τουρκία και για άλλα θέματα πέραν της υφαλοκρηπίδας. Άλλωστε και μόνη η υφαλοκρηπίδα απαιτεί μια συνεννόηση. Η συνθήκη της Λωζάνης, η εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάνης, η ελληνική μειονότητα, η οποία ταλαιπωρείται και εξοντώθηκε ουσιαστικά εις την Κωνσταντινούπολη και εις την Ίμβρο και εις την Τένεδο, δεν αποτελεί θέμα συζήτησης με την Τουρκία; (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας) Αλλά και δεν είναι το μόνο. Υπάρχουν θέματα τα οποία θα συζητήσουμε για να ξεκαθαρίσουμε. Και το πρόβλημα είναι επάνω σε ποια βάση θα το συζητήσουμε. ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτό είναι τρικ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης): Κύριοι συνάδελφοι, είναι σαφές ότι και ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν επιθυμεί τη συζήτηση για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση σήμερα. Και εγώ δεν την επιθυμώ. Δεν είναι η ώρα της αντιπαράθεσης. Σ’ αυτό δεν θα συμφωνήσουμε εύκολα. Θέλω όμως να ελπίζω ότι δεν θα αποφύγετε τη συζήτηση σε προσεχή ευκαιρία, μετά τις θερινές διακοπές. Και θα ήθελα άλλη μια φορά να σας πω ότι η Κυβέρνηση δεν πρόκειται να μασήσει τα λόγια της, ούτε να αναστείλει στο ελάχιστο τα μέτρα τα οποία κρίνει αναγκαία, για να πάμε στο τέρμα το οποίο όλοι αποφασίζουμε σήμερα.
Ο Δημήτρης Καζάκης εξηγεί γιατί οι απαρχές της διόγκωσης του εξωτερικού ελληνικού δημόσιου χρέους ανάγονται στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, με τους χειρισμούς του, ως υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, το 1964, για την αποδοχή του προπολεμικού εξωτερικού δημόσιου χρέους της χώρας, εις το άρτιον. Αν έχετε να προτείνετε διαφορετικές λύσεις, περιμένω να τις ακούσω. Αλλά σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να δεχθούμε ότι θα γίνουμε δεύτερης τάξης χώρα στην Ενωμένη Ευρώπη. (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας) Και λυπάμαι διότι και η ανταπάντησή σας σε ό,τι αφορά την Ευρώπη των δυο ταχυτήτων δεν ήταν σαφής. Η απάντησή σας ήταν, ποιος δεν θέλει την Ευρώπη της μιας ταχύτητας; Τι θέλετε να πείτε; Δεν εμπιστεύεστε στον Ελληνικό Λαό ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα και να είναι μέσα στην Ενωμένη Ευρώπη; (Χειροκροτήματα από την Πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας) (Θόρυβος-διαμαρτυρίες από την Πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ) Εμείς, αγαπητοί συνάδελφοι, εμπιστευόμαστε στον Ελληνικό Λαό και θα προχωρήσουμε στην πολιτική εκείνη η οποία θα μας οδηγήσει στην Ενωμένη Ευρώπη. ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν σας πιστεύει κανένας πια. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Πρόεδρος της Κυβέρνησης): Και αφού με προκαλείτε θα σας πω και κάτι άλλο. Είναι ανάγκη η Νέα Δημοκρατία να κυβερνήσει δυο τετραετίες, διότι πρέπει να εξασφαλίσει και τις προϋποθέσεις και πρέπει να ασφαλίσει μέχρι τέλους την είσοδο της Χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη. Διότι ό,τι και να κάνουμε, ό,τι και αν προσπαθήσουμε, εάν πρόκειτο να ξαναγυρίσει το ΠΑΣΟΚ, για το οποίο δεν έχω πειστεί ότι έχει αλλάξει μυαλά, πολύ γρήγορα θα διαλύσει τα πάντα, όπως τα διάλυσε και την πρώτη φορά. (Ζωηρά και παρατεταμένα χειροκροτήματα από την Πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας) ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Αθανάσιος Τσαλδάρης): Ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, κ. Παπανδρέου, έχει το λόγο. ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ): Δεν χρειάζεται, νομίζω, να απαντήσω σε αυτά που είπε ο κ. Μητσοτάκης. Μόνο μια σύσταση κάνω, επειδή αναφερθήκατε στην ΟΝΕ. Παρακαλώ να προσέξετε το λόγο μου. Περιέχει όλες τις θέσεις μας για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Δεν αποφεύγουμε. Τοποθετούμε το θέμα, το φέρνουμε στη Βουλή. Αλλά δεν χρειάζεται να απαντήσω στα άλλα. Απαντάτε ο ίδιος."