Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Donald Trump vs Kim Jong-un, σημειώσατε τι; (Ο ωμός​ ορθολογισμός του καθεστώτος της κορεατικής κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, η ένταξή του στην αναδιάταξη των γεωπολιτικών ισορροπιών της ασιατικής Ανατολής και η τρώση του ηγεμονικού γοήτρου των Η.Π.Α.).



Δεν είναι λίγες οι φορές, που έχουμε μιλήσει, για την, σε πλανητικό επίπεδο, κάμψη της αμερικανικής ισχύος και επιρροής και για την τρώση του αμερικανικού ηγεμονισμού και του γοήτρου, που είχε εμπεδώσει η Ουάσινκγτων, ως το κέντρο μιας πλανητικής υπερδύναμης, η οποία μπορούσε να ασκεί, με επιτυχία τα καθήκοντα μιας σύγχρονης Ρώμης, με μια συστηματική και ενεργό πλανηταρχία, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το έχουμε κάνει, πλειστάκις, σε αυτό εδώ το μπλογκ και φυσικά, όλα όσα συμβαίνουν, γύρω μας, έρχονται να επιβεβαιώσουν του λόγου το αληθές. Η συνεχιζόμενη κρίση των πυραύλων, στην κορεατική χερσόνησο, δεν αποτελεί εξαίρεση. Κάθε άλλο.

Πέρα από όσα λέγονται και θρυλούνται και κατά κόρον, γράφονται, η σύγχρονη λεκτική και πραγματική αντιπαράθεση, ανάμεσα, στο καθεστώς της ιδιότυπης κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, που, από την δεκαετία του 1950, δηλαδή, από την εποχή του Ιωσήφ Στάλιν και του Mao Zedong, έχει εγκαθιδρυθεί, στην Βόρεια Κορέα και την Ουάσιγκτων, αποτελεί και αυτή, ένα ουσιώδες δείγμα της παρούσας ηγεμονικής αμερικανικής παρακμής.

Donald Trump vs Kim Jong-un σημειώσατε τι;

Παρά την στομφώδη, σκληρή και αντισυμβατική φρασεολογία, που έχει υιοθετήσει ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, απέναντι, στο καθεστώς του Kim Jong-un, του δεύτερου απογόνου της δυναστείας των Kim, που εγκατέστησε, η "Σοβιετική Ένωση", στο βόρειο τμήμα της κορεάτικης χερσονήσου, αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και ίδρυσε ο Kim Il-sung, ως γνήσιο πολιτικό τέκνο του σταλινισμού και αφήνοντας, στην άκρη, αυτήν την αποπροσανατολιστική ρητορική του Αμερικανού προέδρου, στην πραγματικότητα, η αμερικανική υπερδύναμη έχει χάσει την παλαιά (και σχετικά, πρόσφατη) ηγεμονική ικανότητα να θέτει την ατζέντα, στον χώρο της ασιατικής Ανατολής.

Δεν είναι, πλέον, η Ουάσινγκτων, αυτή που προσδιορίζει τα θέματα ημερησίας διατάξεως, στην περιοχή και φυσικά, δεν είναι η θέση, που, κάθε φορά, λαμβάνει η αμερικανική κυβέρνηση, ο κύριος γνώμονας, για την συμπεριφορά των κρατών της ανατολικής Ασίας. Αυτό, βέβαια, δεν αρέσει, στον Donald Trump και στην αμερικανική ελίτ, αλλά αυτή είναι η πικρή, για την υπερδύναμη, αλήθεια. Ο κύριος παίκτης, στην περιοχή δεν είναι οι Η.Π.Α. Κύριος παίκτης και ουσιαστικός διαμορφωτής της ατζέντας, στην ανατολική Ασία, είναι η Κίνα. Και φυσικά, οι θέσεις του Πεκίνου είναι αυτές που, κατά πρώτο λόγο, λαμβάνονται υπόψη, από τις χώρες, που βρίσκονται και ενεργούν, μέσα στον χώρο αυτόν.

Δεν είναι ότι ο λόγος της αμερικανικής ηγεσίας, στην ανατολική Ασία, δεν έχει καμμία βαρύτητα. Κάθε άλλο. Προφανώς και έχει βαρύτητα. Αλλά η Ουάσινγκτων δεν έχει, πλέον, τον πρώτο λόγο. Τον έχει χάσει. Και αυτό έχει συμβεί, πρωτίστως, εξ αιτίας των δικών της ιστορικών στρατηγικών ανοησιών, που, στην συνέχεια, ακολουθήθηκαν, από την δεδομένη, ως ανεξέλεγκτη, φορά των πραγμάτων, αφού τα, εν εξελίξει, συγκριτικά μεγέθη των δύο χωρών λειτουργούν, όσο περνούν τα χρόνια και όσο θα κυλούν οι δεκαετίες, υπέρ του κινεζικού γίγαντα και εις βάρος της ασθμαίνουσας αμερικανικής υπερδύναμης. Και φυσικά, αυτό θα συμβαίνει και θα εξελίσσεται, ολοένα και δυσμενέστατα, για την Ουάσινγκτων και την Δύση, όσο δεν ασκείται, μία ρεαλιστική και ουσιαστική πολιτική μιας γοργής και ριζικής ανάσχεσης της ταχύτατης ανόδου της κινεζικής αναπτυξιακής δυναμικής και της στρατιωτικής ισχύος της χώρας αυτής και οι οποίες οδηγούνται, εκ των πραγμάτων, να καταστούν ανεξέλεγκτες.

Με αυτά τα δεδομένα, η στάση, η συμπεριφορά και η συγκεκριμένη αμυντική πολιτική του βορειοκορεατικού καθεστώτος έχουν ένα πραγματικό έρεισμα, αφού προϋποθέτουν και στηρίζονται, σε αυτήν την αθόρυβη, σταδιακή, αλλά και επιταχυνόμενη ανατροπή των ισορροπιών, στον ανατολικό ασιατικό χώρο. Η αμερικανική υπερδύναμη αντιμετωπίζεται, ως μια παρακμιακή δύναμη, η οποία, ακριβώς επειδή είναι επικίνδυνη, μπορεί να αγνοηθεί, να προκληθεί και να εκτεθεί, όταν ο αντίπαλός της έχει την βούληση και κυρίως, την απαραίτητη ισχύ, για να την βλάψει.

Η παλαιά σταλινική ελίτ, που διοικεί την Πιονγιάνγκ και το βόρειο τμήμα της κορεατικής χερσονήσου, είναι σαφές και εύκολα, αντιληπτό ότι δεν αποτελείται από παράφρονες, παρά τους αλλοπρόσαλλους ισχυρισμούς της νοτιοκορεατικής και της αμερικανικής προπαγάνδας (με ενορχηστρώτρια την CIA), που υιοθετούν τα ΜΜΕ της Δύσης και οι οποίοι επιχειρούν να οριοθετήσουν την συμπεριφορά και τα έργα του Kim Jong-un και της κομματικής και της κρατικής ηγεσίας, που τον περιβάλλει, ως προϊόντα μιας ορδής, που αποτελείται από τρελούς και  sociopaths.

Προφανώς, δεν πρόκειται περί αυτού. Η CIA και οι Νοτιοκορεάτες, λένε τις βλακείες, που τους είναι χρήσιμες και που τους συμφέρουν. Αυτές οι βλακείες, όμως, δεν είναι καθόλου αθώες, διότι αποκρύπτουν την πραγματικότητα και αποπροσανατολίζουν την αναγκαία συζήτηση, που γίνεται, γύρω από τα συμβαίνοντα, σε αυτή την μακρινή περιοχή, στην οποία, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ένα ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, που στάλθηκε εκεί, μετά από απαίτηση των Αμερικανών, πολέμησε κατά των Κορεατών του Kim Il-sung  και των Κινέζων του Mao Zedong.

Οι ενέργειες, οι στόχοι και η ρητορική του βορειοκορεατικού καθεστώτος διακατέχονται από έναν πλήρη, ωμό και στυγνό ορθολογισμό, ο οποίος δεν είναι καθόλου πολύπλοκος, ούτε γριφώδης. Είναι πολύ απλός, στην ουσία του και επικεντρώνεται, σε έναν σκοπό, ο οποίος είναι κεφαλαιώδης, για την γραφειοκρατία του Κόμματος Εργασίας της Κορέας. Αυτόν τον σκοπό, που είναι και ο κεντρικός στόχος της ελίτ, που διοικεί την Πιονγιάνγκ, δεν είναι δύσκολο να τον μαντέψουμε.

Αυτό, που ενδιαφέρει την κομματική και την κρατική ελίτ του κομμουνιστικού καθεστώτος (το οποίο, όμως, έχει αφαιρέσει, από το Σύνταγμα της χώρας, κάθε αναφορά, στον κομμουνισμό, ήδη, από την εποχή του Kim Jong-il) είναι η επιβίωση και η διαιώνιση αυτού του καθεστώτος. Αυτό και τίποτε άλλο. Και φυσικά, όλα όσα σχεδιάζει, πράττει και λέει υπηρετούν αυτόν τον σκοπό και κινούνται, μέσα στα πλαίσια του ορθού λόγου, έτσι όπως αυτός οριοθετείται​, ως εργαλείο, για την επιβίωση και την διαιώνιση της "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Κορέας και του καθεστώτος της.

Ας αφήσουμε, λοιπόν​, στην άκρη, ολόκληρη την ανοησιολογική παραφιλολογία, που εξαντλείται, ως περιεχόμενο, στον ανορθολογισμό της ελίτ και του καθεστώτος της Βόρειας Κορέας. Αυτοί, που διευθύνουν την χώρα αυτή, είναι, απολύτως, ορθολογιστές, ως προς την στοχοθεσία και τους σχεδιασμούς τους. Και μάλιστα, έχουν αφομοιώσει, πλήρως, τα διδάγματα της στρατηγικής και της σύγχρονης Ιστορίας και έχουν μάθει το τί πρέπει να πράξουν, μέσα από τα σφάλματα και τα παθήματα των άλλων.  

Η βορειοκορεατική κομματική και κρατική γραφειοκρατία, πράττοντας, απολύτως, ορθολογικά, ενδιαφέρεται, για την επιβίωση και την μακροημέρευση του καθεστώτος της και της ίδιας και φυσικά, με αυτά τα κριτήρια πρέπει να κριθεί και όχι με βάση την συστηματική προπαγανδιστική ανοησιολογία των αντιπάλων της. Και βέβαια, εάν κριθεί, έτσι όπως πρέπει, τότε, οι σχεδιασμοί, τα πεπραγμένα και η συνοδεύουσα ρητορεία της κυβερνώσας ελίτ του Κόμματος Εργασίας της Κορέας και του Κορεατικού "Λαϊκού Στρατού" αποτελούν ένα επιτυχές σύνολο, το οποίο έχει οδηγήσει τους αντιπάλους τους, σε αδιέξοδα και την Ουάσινγκτων, στην διαρκή καταρράκωση του ηγεμονικού γοήτρου της.

Για να γίνει κατανοητή αυτή η τοποθέτηση, πρέπει να επεξηγηθούν ορισμένα πράγματα, τα οποία αφορούν τις δεδομένες ανισορροπίες, στην κορεατική χερσόνησο και την δυσχερή θέση της "Λ. Δ." της Κορέας, μετά την διάσπαση και τον πόλεμο των αρχών της δεκαετίας του 1950 και κυρίως, μετά την πτώση της "Ε.Σ.Σ.Δ." και του "υπαρκτού σοσιαλισμού".

Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι βορειοκορεατικές ένοπλες δυνάμεις είναι οι μεγαλύτερες ενεργές, στον κόσμο, αφού αριθμούν ένα συνολικό προσωπικό, που ξεπερνά τα 9,5 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή το 40% του πληθυσμού της χώρας, στην πραγματικότητα, η θέση τους, στο πεδίο ενός πραγματικού συμβατικού πολέμου, απέναντι, στον νοτιοκορεατικό στρατό και τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, που βρίσκονται, στην Νότια Κορέα και στην γύρω περιοχή, είναι πολύ δυσχερής.

Το γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο να το αντιληφθούμε. Ο "Λαϊκός Στρατός", έχει μικρή δύναμη πυρός, έναντι των αντιπάλων του, επειδή η τεχνολογία του πολεμικού​ υλικού του (αεροπλάνα, άρματα μάχης κλπ) είναι παρωχημένη, παρά το γεγονός ότι το υλικό αυτό είναι ευμεγέθες και πιθανότατα, είναι μεγαλύτερο, από αυτό, που υπολογίζεται (4200 άρματα μάχης, 620 πολεμικά αεροσκάφη, 70 υποβρύχια, 244 αποβατικά πλοία κ.α.). Στην συντριπτική τους πλειοψηφία τα συμβατικά μέσα πολέμου των Βορειοκορεατών έχουν κατασκευαστεί, στην δεκαετία του 1980, προέρχονται από την "Σοβιετική Ένωση" και παρά την συντήρησή τους, είναι ξεπερασμένα και δεν μπορούν να αντιπαρατεθούν, στα αντίστοιχα οπλικά συστήματα και μέσα των Αμερικανών και των Νοτιοκορεατών.

Το μόνο πραγματικό πλεονέκτημα του στρατού της "Λ. Δ." της Κορέας, στο πεδίο των μαχών, είναι το μαζικό πυροβολικό του, το οποίο, λόγω της ιδιομορφίας των κορεατικών οροσειρών, είναι, δύσκολα, εντοπίσιμο και μπορεί να ισοπεδώσει την Σεούλ, η οποία βρίσκεται πολύ κοντά, στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, που έχει μείνει, από την εποχή της συμφωνίας ανακωχής, που υπογράφηκε, στις 27/8/1953, με την παύση των εχθροπραξιών, στην κορεατική χερσόνησο.

Το κεντρικό συμπέρασμα, από όλα αυτά, είναι ότι η βορειοκορεατική πλευρά βρίσκεται, όσον αφορά τους συσχετισμούς​ και την ισορροπία των συμβατικών στρατιωτικών δυνάμεων, στην κορεατική χερσόνησο, σε πολύ δυσχερή θέση, απέναντι, στους αντιπάλους της. Εάν ξεσπάσει ένας συμβατικός πόλεμος,στην περιοχή, οι Νοτιοκορεάτες και πολύ περισσότερο, οι Αμερικανοί έχουν όλες τις πιθανότητες να νικήσουν, ευκολότερα, ή δυσκολότερα, τον "Λαϊκό Στρατό" των Βορειοκορεατών. Ως εκ τούτου, η κατάληψη της χώρας, από τις εχθρικές δυνάμεις και η ανατροπή του καθεστώτος, θα προκύψει, εκ των πραγμάτων, ως φυσικό επακόλουθο, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να φθάσουν, στα σύνορα της Βόρειας Κορέας, με την Κίνα και την Ρωσία.

Ως εκ τούτου, οι ισορροπίες των αντιτιθέμενων δυνάμεων δεν έχουν αλλάξει, από την εποχή του κορεατικού πολέμου της περιόδου 1950 - 1953. Οι ένοπλες δυνάμεις της "Λ. Δ." της Κορέας, μετά την επέμβαση των Η.Π.Α., δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν την αντεπίθεση των αντιπάλων τους, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις της Δύσης, υπό τον μανδύα του Ο.Η.Ε., να φθάσουν κοντά στα κινεζικά σύνορα και να χρειασθεί η απροσχημάτιστη επέμβαση του κινεζικού στρατού, που, μετά από τεράστιες απώλειες, σε ανθρώπινες ζωές, υποχρέωσε τους Αμερικανούς, σε άτακτη οπισθοχώρηση, μέχρι τα σημερινά σύνορα, που χωρίζουν τα δύο κορεατικά κράτη.

Με αυτά τα δεδομένα, οι επιλογές της κομματικής και της κρατικής γραφειοκρατίας της Πιονγιάνγκ δεν είναι και δεν θα μπορούσαν να είναι πολλές. Είναι ελάχιστες. Και είναι, απόλυτα, κατανοητές.

Η βορειοκορεατική γραφειοκρατία, για να επιβιώσει και να αισθανθεί ασφαλής, χρειάζεται μια τεράστια δύναμη αποτροπής, που δεν θα επιτρέπει, στους εχθρούς της, να πραγματοποιήσουν μια εισβολή, με σκοπό την ανατροπή του καθεστώτος. Χρειάζεται, δηλαδή, ένα καταστροφικό οπλικό σύστημα, το οποίο θα αποτρέψει τους Αμερικανούς και τους Νοτιοκορεάτες, από την διεξαγωγή ενός πολέμου.

Στην εποχή μας, η κατοχή των πυρηνικών όπλων και των βαλλιστικών πυραύλων, που εκτοξεύουν τα όπλα αυτά, στους στόχους τους, είναι το μόνο πολύ σοβαρό αποτρεπτικό οπλικό σύστημα, το οποίο αποτελεί μια πραγματική και φυσικά, ολέθρια απειλή, για κάθε αντίπαλο. 

Αυτή είναι η απλή αλήθεια, όσο ωμή και αν είναι. Και αυτή η αλήθεια δεν ήταν δυνατόν να μην επισημανθεί, από την ηγεσία της Βόρειας Κορέας, από τα ύστερα χρόνια του γενάρχη του καθεστώτος, του Kim Il-sung και μετέπειτα, από τους διαδόχους του, σε αυτό το ιδιόμορφο καθεστώς της κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, που θυμίζει και αντιστοιχίζεται, περίπου πλήρως, ως μία σύγχρονη αναβίωση των καθεστώτων του ασιατικού τρόπου παραγωγής, στον οποίο έχει αναφερθεί ο Karl Marx.

Ως εκ τούτου, η βορειοκορεατική ελίτ, ενεργώντας, μέσα στα πλαίσια μιας τετράγωνης λογικής και διακατεχόμενη, από ένα ωμό και αδυσώπητο ορθολογισμό, που, όπως είπαμε, στοχεύει, στην επιβίωση του καθεστώτος της, ήταν, απόλυτα, φυσικό να στραφεί, με κάθε τρόπο και μέσο, συστηματικά και οργανωμένα, στην απόκτηση πυρηνικών όπλων και βαλλιστικών πυραύλων, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η βορειοκορεατική ηγεσία όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε αταλάντευτη, στον στόχο της και ουδέποτε παρεξέκλινε, από αυτόν, παρά τους οποίους τακτικισμούς της, τους οποίους, τα τελευταία χρόνια και πολύ περισσότερο, τους τελευταίους μήνες έχει εγκαταλείψει. Έμεινε προσηλωμένη, στην απόλυτη προτεραιότητα της απόκτησης των απαραίτητων πυρηνικών όπλων και στο πρόγραμμα των εκτοξευσεων των βαλλιστικών πυραύλων, που κατάφερε να αποκτήσει, είτε, μέσω του λαθρεμπορίου, είτε με τα δικά της παραγωγικά μέσα. Και φυσικά, με την (τουλάχιστον) ανοχή της Κίνας και της Ρωσίας.

Έτσι, όλον αυτόν τον καιρό της σύγχρονης κορεατικής κρίσης, απλώς, παρακολουθούμε την ηγεσία της Βόρειας Κορέας να δρέπει  τους καρπούς των μακροχρόνιων σχεδιασμών της, αφού, μέσα από τις συνεχείς εκτοξεύσεις​ βαλλιστικών πυραύλων, παρά τις απειλές της Ουάσιγκτων, επιδεικνύει την ικανότητα του πυρηνικού της οπλοστασίου να καταφέρει συντριπτικά πλήγματα, όχι μόνο, στους εχθρούς της Πιονγιάνγκ, στην γύρω περιοχή, αλλά και στα ηπειρωτικά εδάφη των Η.Π.Α.

Απέναντι, σε αυτή την αδυσώπητη πραγματικότητα βρίσκεται η αμερικανική υπερδύναμη και αυτήν έχει να αντιμετωπίσει και να διαχειρισθεί. Οι Η.Π.Α. δεν είναι, πλέον, προστατευμένες, όχι, μόνο, από την Ρωσία, ή την Κίνα, αλλά ούτε και από έναν λιλιπούτειο αντίπαλο, σαν την "Λ. Δ." της Κορέας.

Αυτή η σκληρή πραγματικότητα, που έχει ταράξει την αμερικανική ελίτ, έχει διαμορφωθεί, εξ αιτίας της αφασίας των αμερικανικών κυβερνήσεων, οι οποίες επέτρεψαν όλο αυτό το μακρύ χρονικό διάστημα, στο βορειοκορεατικό καθεστώς, να υλοποιήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα και να καταστήσει την χώρα του μία πυρηνική δύναμη, η οποία, πλέον, δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Με λίγα λόγια, η αμερικανική υπερδύναμη έχασε το mommentum, στην περίπτωση του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας και επέτρεψε, στην γραφειοκρατία της Πιονγιάνγκ, να το πραγματοποιήσει και να το εξελίξει, στο προχωρημένο και ουσιαστικά, ολοκληρωμένο σημείο, που βρίσκεται σήμερα, αφού ο βορειοκορεατικός στρατός έχει, πέρα από τις πυρηνικές κεφαλές και τους απαραίτητους βαλλιστικούς πυραύλους, για να κτυπήσει τους εχθρούς του καθεστώτος και ιδίως τους Αμερικανούς, στα εδάφη τους. 

Οι διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, από την εποχή του προέδρου Bill Cinton, μέχρι τον καιρό, που, τώρα, διανύουμε, άφησαν τους Βορειοκορεάτες να πράξουν όπως επιθυμούσαν και δεν κατέστρεψαν τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, όταν μπορούσαν να το πράξουν, ανώδυνα, με αποτέλεσμα να βρίσκονται, πλέον, σε δυσχερή θέση και η επικράτεια τους, στο έλεος των ηγετών της Πιονγιάνγκ.

Το πώς έφθασαν τα πράγματα, στο σημείο να καταφέρουν οι Βορειοκορεάτες στρατιωτικοί να αποκτήσουν την τεχνολογική ικανότητα να αναπτύξουν βαλλιστικούς​ πυραύλους, οι οποίοι μπορούν να πλήξουν το ηπειρωτικό έδαφος των Η.Π.Α., έχει, μεν, την όποια αξία του, αλλά δεν είναι το κεντρικό ερώτημα της όλης υπόθεσης. 






Προφανώς, ο βορειοκορεατικός στρατός, είτε θα δημιούργησε κάποια δική του πατέντα, είτε - το πιθανότερο - θα απέκτησε, μέσω του εμπορίου (το οποίο κινείται εντός των πλαισίων του ανοικτού λαθρεμπορίου και της παρασκηνιακής ευμενούς μεταχείρισης, εκ μέρους των αφανών πωλητών), κάποιον βαλλιστικό πύραυλο SS9, σοβιετικής κατασκευής, με βεληνεκές 12000 km  και μέγιστη απόκλιση βολής τα τα 1200 μέτρα, σαν τον εικονιζόμενο. Όμως, το ουσιώδες πρόβλημα δεν εντοπίζεται, σε αυτό το σημείο.

Οι Αμερικανοί, κατά πάσα πιθανότητα, δεν πίστεψαν ότι το καθεστώς της Πιονγιάνγκ θα μπορούσε να καταφέρει να αναπτύξει βαλλιστικούς πυραύλους, που θα μπορούσαν να πλήξουν οποιοδήποτε σημείο του αμερικανικού ηπειρωτικού εδάφους και αμέλησαν να ασκήσουν την πολιτική της αιφνιδιαστικής προληπτικής επίθεσης, κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων και των βαλλιστικών δοκιμών του "Λαϊκού Στρατού". Και φυσικά, τώρα διαπιστώνουν ότι την πάτησαν. Έσφαλαν και σήμερα, βρίσκονται σε, απείρως, δυσχερέστερη θέση, αφού απειλούνται, άμεσα και προκαλούνται να δράσουν, υπό, απείρως, δυσχερέστερες συνθήκες, από οποτεδήποτε, στο παρελθόν.

Αυτό συμβαίνει, επειδή το καθεστώς της ιδιότυπης κομμουνιστικής κληρονομικής μοναρχίας, που κατοικοεδρεύει στην Πιονγιάνγκ έχει διδαχθεί τα απαραίτητα μαθήματα της απαιτούμενης, στις περιστάσεις, στρατηγικής συμπεριφοράς, από την τραγική εμπειρία του Σαντάμ Χουσεΐν, στο Ιράκ (που αποδέχτηκε την καταστροφή του χημικού του οπλοστασίου) και του Μουαμάρ Καντάφι, στην Λιβύη (που αποδέχτηκε την εγκατάλειψη του πυρηνικού του προγράμματος), τα καθεστώτα των οποίων καταστράφηκαν, από τις Η.Π.Α.

Έτσι, λοιπόν, η ηγεσία του βορειοκορεατικού κράτους, όχι μόνο δεν διαπραγματεύτηκε, στην πράξη, το πυρηνικό πρόγραμμα της "Λαϊκής Δημοκρατίας" της Κορέας, αλλά ξεκαθαρίζει, με τα έργα και την συμπεριφορά της, ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά όπλα, που κατέχει, εναντίον των Η.Π.Α. και των συμμάχων της υπερδύναμης, στην περιοχή, προκειμένου να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη επιβίωση του καθεστώτος της.

Και φυσικά, το καθεστώς της Πιονγιάνγκ εννοεί, απολύτως, όσα λέει. Εάν η Βόρεια Κορέα υποστεί επίθεση, από τους εχθρούς της (ή, στο απροσδιόριστο μέλλον, από τους τωρινούς φίλους της), η ηγεσία της χώρας θα χρησιμοποιήσει το πυρηνικό οπλοστάσιό της και γαία πυρί μειχθήτω.

Σε αυτό το σημείο και αφού αναφέρομαι, στους τωρινούς φίλους του βορειοκορεατικού καθεστώτος (την Κίνα και την Ρωσία), είναι χρήσιμο να επισημάνω και κάποια άλλα μαθήματα στρατηγικής συμπεριφοράς, τα οποία διδάχθηκε η κομματική και η κρατική γραφειοκρατία του καθεστώτος της Πιονγιάνγκ, από την πτώση των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού", κατά την τραγική περίοδο 1989 - 1991. Τα μαθήματα αυτά είναι πασιφανή και οι διοικούντες αυτή την μακρινή ασιατική χώρα δεν τα αγνόησαν.

Η στενή σχέση και η συνεργασία της "Λ. Δ." της Κορέας και της "Λ. Δ." της Κίνας και του Κόμματος Εργασίας της Κορέας, με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας είναι σαφής και είναι δεδομένη. Όπως επίσης, είναι σαφείς οι σχέσεις της χώρας αυτής, με την Ρωσία. Προφανώς, το βορειοκορεατικό καθεστώς οφείλει την επιβίωση του, μετά την πτώση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" και της "Σοβιετικής Ένωσης", στην Κίνα, η οποία και αυτή, δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει την εδαφική περιοχή της Βόρειας Κορέας, στους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους. Το Πεκίνο δεν θέλει να φθάσουν τα αμερικανικά οπλικά συστήματα, στα κινέζικα σύνορα της κορεατικής χερσονήσου. Και αυτός είναι ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους, που η κινεζική ηγεσία στηρίζει το καθεστώς της Πιονγιάνγκ.

Αλλά αυτό, που είναι δεδομένο, σήμερα, δεν σημαίνει ότι θα είναι δεδομένο, στο διηνεκές. Κάθε άλλο. Τα πράγματα, στην ζωή αλλάζουν. Και πολλές φορές αυτό γίνεται, απρόβλεπτα, ραγδαία και δραματικά. Η βορειοκορεατική κομματική και κρατική ελίτ δεν μπορεί να επαναπαύεται και να στηρίζεται, στην Κίνα. Πρέπει να στηρίζεται, πρωτίστως, στις δικές της δυνάμεις αποτροπής των εχθρικών επιβουλών. Αυτό είναι ένα άλλο, πολύ σημαντικό, μάθημα, που διδάχθηκε η Πιονγιάνγκ, από την δραματική εμπειρία των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και την σχέση τους​, με την "Ε.Σ.Σ.Δ.".

Η εγκατάλειψη, στην κάκιστη τύχη τους, των κομματικών και κρατικών γραφειοκρατιών των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών του "υπαρκτού σοσιαλισμού", που δημιούργησε η "Σοβιετική Ένωση" την εποχή του Ιωσήφ Στάλιν (όταν, παράλληλα, στην Άπω Ανατολή, δημιουργούσε το βορειοκορεατικό κράτος), από την ύστερη "σοβιετική" ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και η καταστροφή των καθεστώτων, που είχαν επιβληθεί, στις χώρες αυτές, δείχνει ότι, στην διεθνή πολιτική, μακροπρόθεσμα, τίποτε δεν είναι δεδομένο.

Έτσι, οι όποιες σταθερές έχουν υπάρξει και οι ισορροπίες, που έχουν κατασταλάξει, επί δεκαετίες, μπορούν να ανατραπούν, εν ριπή οφθαλμού, είτε, ως αποτέλεσμα στρατηγικής ηλιθιότητας, είτε από μία αλλαγή (ορθή, ή εσφαλμένη), στην εκτίμηση των συμφερόντων και των επιδιώξεων των μεγάλων δυνάμεων, που αποτελούν ένα δίκτυ ασφαλείας των μικρών κρατών. 

Αυτή η διαπίστωση είναι το μεγαλύτερο και το πολυτιμότερο συμπέρασμα, που διδάσκει η εμπειρία της πτώσης των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης. Και η ηγεσία της Πιονγιάνγκ γνωρίζοντας τα δεδομένα αυτής της ιστορικής περιόδου, που ταιριάζουν, σε πολύ μεγάλο βαθμό, με τα δεδομένα της κορεατικής χερσονήσου και την δική της σχέση, με την Κίνα, έχει προσαρμόσει αυτό το συμπέρασμα, στις ισορροπίες, που επικρατούν, στην περιοχή αυτή.

Ως εκ τούτου, για την κομματική και την κρατική γραφειοκρατία του βορειοκορεατικού καθεστώτος, μπορεί η προστασία της Κίνας να είναι πολύτιμη. Και προφανώς, είναι πολύτιμη. Δεν είναι, όμως, δεδομένη, εσαεί. Κάθε άλλο. Και τούτο διότι, στο μέλλον (η έλευση του οποίου δεν μπορεί να προβλεφθεί), η Κίνα, μπορεί, είτε, εξ αιτίας μιας στρατηγικής ανοησίας της ηγεσίας του Πεκίνου, είτε επειδή, έτσι μπορεί να επιτάσσουν τα συμφέροντα της ελίτ, που διοικεί τον μεγάλο γείτονα, να εγκαταλείψει την "Λ. Δ." της Κορέας και να επιτρέψει, στους εχθρούς της Πιονγιάνγκ, να επιτεθούν και να καταλάβουν την χώρα, ή/και να ανατρέψουν αυτό το παλαιοσταλινικό καθεστώς, όπως συνέβη, με τους συμμάχους της "Ε.Σ.Σ.Δ.", στην ανατολική Ευρώπη, τους οποίους η ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ παρέδωσε, σχεδόν, αμαχητί, στους Αμερικανούς και την Δύση.

Όπως καθίσταται φανερό, το βορειοκορεατικό καθεστώς, με την κτήση των πυρηνικών όπλων και της τεχνολογίας των βαλλιστικών πυραύλων, θεωρεί ότι έχει επιτύχει τον κεντρικό στόχο του και έχει διασφαλίσει την απρόσκοπτη μακροημέρευσή του. Το πυρηνικό οπλοστάσιο του βορειοκορεατικού κράτους και η απόκτηση της τεχνολογίας των βαλλιστικών πυραύλων αποτελούν την βασική ασπίδα προστασίας της κομματικής και της κρατικής γραφειοκρατίας της Πιονγιάνγκ, έναντι των εξωτερικών εχθρών της, οι οποίοι, με πρώτους και "καλύτερους" τους Αμερικανούς, φρίττουν και μόνο, από το γεγονός ότι επέτρεψαν, στον Kim Jong-un και στο καθεστώς του, να αποκτήσουν την ικανότητα και την δυνατότητα να τους καταφέρουν μεγάλα και καταστροφικά πλήγματα.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι το βορειοκορεατικό καθεστώς έχει, πραγματικά, επιτύχει τον κεντρικό στόχο του, δηλαδή την αυτοδύναμη στρατιωτική θωράκισή του, από οποιαδήποτε ξένη επίθεση και την εξασφάλιση της επιβίωσής του.

Έτσι, αφού έχουν επιτύχει αυτόν τον κεντρικό στόχο, ο Kim Jong-un και η ελίτ του κυβερνώντος Κόμματος Εργασίας της Κορέας, δεν σκοπεύουν και δεν πρόκειται να επιτεθούν, σε κανέναν​. Απλώς, δείχνουν στην Ουάσινγκτων (και σε κάθε ενδιαφερόμενο) ότι μπορούν να καταφέρουν, στους εχθρούς τους, τεράστιες και ανυπολόγιστες ζημίες, εάν χρειασθεί. Η ηγεσία της Πιονγιάνγκ δείχνει ότι είναι διατεθειμένη να πράξει όλα όσα απειλεί να πράξει και να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά όπλα, που κατέχει, εάν υποστεί μια ξαφνική επίθεση.

Και φυσικά, θα τα χρησιμοποιήσει...


Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Η κυβέρνηση ενώπιον των αδιεξόδων του δανεισμού, από την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία, που διογκώνει το δημόσιο χρέος και της αδυναμίας αποφυγής της υπογραφής ενός 4ου Μνημονίου. (Η καταδίκη του Ανδρέα Γεωργίου και η παρακρατική συμπεριφορά των ξένων δανειστών).




Όλα αυτά τα χρόνια των διαδοχικών Μνημονίων, στα οποία έχει ενταχθεί η ελληνική οικονομία, πολλοί είναι εκείνοι, που, ακόμη, αναρωτιούνται, για τους λόγους, που συμβαίνουν αυτά τα δυσμενή γεγονότα, με τα καταστροφικά, για την ελληνική παραγωγή και τον πληθυσμό της χώρας, αποτελέσματα.

Η χθεσινή καταδίκη του Ανδρέα Γεωργίου, από το Εφετείο (μόνο), για παράβαση καθήκοντος, επειδή δεν υπέβαλε, στο Δ. Σ. της ΕΛΣΤΑΤ, τα στοιχεία της αναθεώρησης​ του στοιχειωμένου ελλείμματος του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού του έτους 2009, αποτελεί ένα πολύ μικρό δείγμα, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν, στην σημερινή παρακμή.

Αν και ο διαρκής θεσμικός τραμπουκισμός των αυτοαποκαλούμενων ευρωενωσιακών​ οργάνων, που επιδεικνύουν μία απροκάλυπτη παρακρατική συμπεριφορά, απαιτώντας την πλήρη και απόλυτη ποδηγέτηση του ελληνικού δικαστικού συστήματος, το οποίο, πάση θυσία, πρέπει να αποδώσει "πάλλευκο", στην κοινωνία και στην παγκόσμια κοινή γνώμη, το πιστό όργανό των ξένων δανειστών, τον Ανδρέα Γεωργίου, που ως πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ., χειραγώγησε το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα του 2009, προκειμένου να κρατηθεί η οικονομία και ο πληθυσμός​ της  χώρας μας, κάτω από το καθεστώς της αποικίας χρέους, που επέβαλαν, από τον Απρίλιο του 2010, οι ευρωθεσμοί και το Δ.Ν.Τ. (και γι' αυτό ο, τότε, εκπρόσωπος του Δ.Ν.Τ., στην Ελλάδα, ο "πολύς" Bob Traa έγραφε, το 2010, στον Γιώργο Παπακωνσταντίνου, υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης του ΓΑΠ, ότι "ο γενικός διευθυντής θα σας στείλει ενημερωτική επιστολή, σχετικά με την αποστολή λανθασμένων στοιχείων, που θα θέλαμε να παρακαμφθεί, γρήγορα και σιωπηρά") είναι αποκαλυπτικότατος, ως προς τις άθλιες μεθοδεύσεις των παρασκηνίων, στην πραγματικότητα, όλη αυτή η διαδικασία αποτελεί ένα μέρος του όλου προβλήματος.

Αυτή η διαδικασία, όσο σημαντική και αν είναι (και φυσικά, είναι πολύ σημαντική), αποτελεί, μόνον, έναν, από τους πολλούς κρίκους, που οδήγησαν την χώρα, στην παρούσα οικτρή κατάσταση. Προσωρινά, μάλιστα, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε φορτωθεί με αυτό το τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο, παρά το γεγονός ότι και αυτό δεν είναι η κύρια αιτία του προβλήματος, που αντιμετωπίζει η χώρα, την έχει γονατίσει και φυσικά, αποτελεί το βασικό εργαλείο των ξένων δανειστών, για την επιβολή του κοινωνικού και οικονομικού αντιμεταρρυθμιστικού προγράμματος, που επιχειρούν, με σταθερή βούληση και μακρά επίμονη, να εφαρμόσουν (το οποίο, μάλιστα, "ποιητική αδεία", αποκαλούν, για καθαρά προπαγανδιστικούς λόγους, ως μεταρρυθμιστικό), στην ελληνική κοινωνία, την οποία μεταχειρίζονται, ως κοινωνικοοικονομικό πειραματόζωο.

Φυσικά, για όλα αυτά, έχουμε γράψει πολλές φορές και έχουμε καταναλώσει άφθονη ηλεκτρονική μελάνη, αλλά δεν βλάπτει να τα ξαναγράψουμε. Η επανάληψη, πάντοτε, ήταν μήτηρ μαθήσεως. Και εξακολουθεί να παραμένει.

Μετά από την στημένη "επάνοδο" του ελληνικού κράτους, στις διεθνείς αγορές, που επιχειρήθηκε, παρά τους κανόνες της στοιχειώδους λογικής, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, για, καθαρά, πολιτικούς λόγους, [οι οποίοι είναι οι ίδιοι, με εκείνους, που οδήγησαν, το 2014, την κυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων (με υπουργούς Οικονομικών τον Γιάννη Στουρνάρα και τον Γκίκα Χαρδούβελη, αντίστοιχα), στην έκδοση δύο πανάκριβων και αποτυχημένων εκδόσεων ομολόγων, με επιτόκια, που έφθαναν στο 5%] με το πολύ ακριβό πενταετές ομόλογο, που κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα του 2014 και την πενιχρή συμμετοχή των αγοραστών, η σκληρή πραγματικότητα, όσον αφορά τα δυσμενή δημοσιονομικά δεδομένα και την καταστροφική πορεία του εξαιρετικά, μη εξυπηρετίσιμου δημοσίου χρέους, δεν έχει αλλάξει.

Ομοίως, αποτυχημένη υπήρξε και η (κοινοπρακτική και όχι μέσα από μια ελεύθερη δημοπρασία) επάνοδος του ελληνικού κράτους, στις διεθνείς αγορές της μπατιροτραπεζοκρατίας, οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν, με τις "ελεύθερες αγορές", που διαφημίζουν οι κυρίαρχοι ψευδοσυνειδησιακοί μηχανισμοί των ελίτ του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, αφού σε αυτές τις αγορές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είναι ολιγοπροσωπες, αποτελούμενες από τους εκπροσώπους των τραπεζών και φυσικά, βρίσκονται σε άμεση επαφή, με τα διάφορα κέντρα των αποφάσεων, που σχετίζονται με τις αγορές των ομολόγων, τα οποία, άλλωστε, είναι και αυτά το ίδιο ολιγοπροσωπες και φυσικά, απεχθάνονται τις αβεβαιότητες. Επιλέγουν να κινούνται, στα σίγουρα.

Στα πλαίσια αυτά, η, εκ των προτέρων, στημένη έξοδος του ελληνικού κράτους, στις αγορές των πενταετών ομολόγων, με ένα επιτόκιο της τάξεως του 4,625% και η συλλογή 3 δισ. €, εκ των οποίων το 1,6 δισ. €, εξαντλήθηκε, για την ανταλλαγή των ομολόγων της εποχής των σαμαροβενιζέλων, τα οποία έληγαν το 2019 και πήραν παράταση, για το 2022, όχι μόνο δεν παρουσιάζει κάποια επικερδή ιδιαιτερότητα, για την ελληνική οικονομία, αλλά, αντιθέτως, όπως συνέβη και το 2014, είναι, άκρως, επιβαρυντική, για το ελληνικό δημόσιο χρέος και ιδιαιτέρως, ζημιογόνα για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας, η οποία επωμίζεται την περαιτέρω, διόγκωση ενός βουνού από χρέη, τα οποία, είναι γνωστό τοις πάσι ότι δεν μπορεί να εξυπηρετήσει.

Αυτό συμβαίνει, επειδή όλοι οι αγοραστές (οι εγχώριες και οι ξένες τράπεζες), που έδωσαν αυτό το ποσόν, για την ανταλλαγή των ομολόγων των σαμαροβενιζέλων θα έχουν ένα σίγουρο κέρδος της τάξεως του 2,6%, αφού η ανταλλαγή, στην οποία​ συμφώνησε η κυβέρνηση της ριζοσπαστικής αριστεράς, πρόβλεψε ότι για κάθε 100 ευρώ των παλαιών ομολόγων, θα δίδονται νέα ομόλογα, ίσα με 102,6 ευρώ.

Το δεκαετές ομόλογο του ελληνικού δημοσίου, εξακολουθεί να επιβαρύνεται, με ένα επιτόκιο, το οποίο παραμένει, στα επίπεδα του 5,37% και στις 483 μονάδες βάσης, παρά τις ενέσεις της καθοδηγούμενης​ αισιοδοξίας, με τις οποίες η ελληνική κυβέρνηση, η εντόπια "ευρωπαϊστική" οικονομική ελίτ, οι ευρωθεσμοί και η πιεζόμενη, από τις βουλευτικές εκλογές του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, γερμανική κυβέρνηση επιχειρούν να αντιστρέψουν την οχληρή και άκρως, δυσάρεστη, για όλους τους ενδιαφερόμενους, επικρατούσα κατάσταση.

Αυτή η πραγματικότητα, παρά την όποια ρητορική του πρωθυπουργού, δεν πρόκειται να διαφοροποιηθεί, προς το καλύτερο. Προφανώς, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας δεν θα μείνει στάσιμη. Θα διαφοροποιηθεί, αλλά η κατεύθυνση, την οποία θα ακολουθήσει, θα είναι, επί τα χείρω.

Με δεδομένη αυτή την διαπίστωση, η οποία είναι γνωστή τοις πάσι και πάντως, σε εκείνους που ασχολούνται, με την προοπτική της ελληνικής περιπέτειας, που έχει την εκκίνηση της, στην χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, χρησιμοποιεί κάθε διαθέσιμο μέσο, προκειμένου να αποφύγει την κακή τύχη, που της επιφυλάσσουν οι ξένοι δανειστές, σε έναν χρόνο, από τώρα.

Το τί είναι αυτό, που επιφυλάσσουν​, στην ελληνική οικονομία, οι ξένοι δανειστές δεν είναι άγνωστο. Κάθε άλλο. Είναι, απολύτως, γνωστό.

Η ελληνική κυβέρνηση θα οδηγηθεί, όπως κατέστη σαφές, από την Christine Lagarde, στην υπογραφή ενός νέου Μνημονίου, το οποίο θα είναι το 4ο, στην σειρά. Και αυτό θα το πράξει, ως απαραίτητη προϋπόθεση, για τα όποια μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού δημοσίου χρέους της παράσχουν (εάν της παράσχουν) οι ευρωθεσμοί, ως δανειστές και τα οποία θα εξαντλούνται, στην χρονική ανακατανομή και επέκταση των δόσεων της αποπληρωμής του και όχι στην μείωση του όγκου του.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα μειωθεί η δόση των τοκοχρεωλυσίων, που πληρώνει το ελληνικό δημόσιο. Κάθε άλλο. Η δόση των ελληνικών τοκοχρεωλυσίων δεν πρόκειται να μειωθεί, επειδή, απλούστατα, αυτή την περίοδο, μέχρι το 2020, το ελληνικό κράτος εξυπηρετεί, μόνο, το 25% του χρέους του, καταβάλλοντας ένα ποσό 6 δισ. €, για τόκους, ενώ από εκεί και πέρα, θα αρχίσει η πληρωμή των 53 δισ. €, των δανείων, που χορηγήθηκαν, στα πλαίσια του 1ου Μνημονίου, γεγονός, το οποίο σημαίνει ότι η ετήσια εξυπηρέτηση των τόκων θα επιβαρυνθεί, με ένα ένα ποσόν, ίσο με 1,3 δισ. €.

Αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο, αφού υπάρχει το χείριστο, το οποίο θα ακολουθήσει, από το 2021, οπότε θα πρέπει να εξυπηρετηθούν και τα, περίπου, 131 δισ. € των δανείων, που έχουν χορηγηθεί, από τον EFSF, γεγονός το οποίο θα προσθέσει, ακόμη 2,6 δισ. €, μόνο, για την εξυπηρέτηση των τόκων, που θα πλησιάσουν τα 10 δισ. €, ετησίως και υποτίθεται ότι θα καλυφθούν, κατά 60%, από το πρωτογενές πλεόνασμα των κρατικών προϋπολογισμών του 3,5% του ελληνικού ΑΕΠ. 

Με δεδομένες αυτές τις δυσμενέστατες προοπτικές, τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, που κατέλαβαν την εξουσία, με την βοήθεια μιας ιδιότυπης εκδοχής του νεοκαραμανλισμού, καταφεύγουν στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και θα συνεχίσουν να το πράττουν, προκειμένου να αποφύγουν την μέγγενη του 4ου Μνημονίου, που τους ετοιμάζουν οι ξένοι δανειστές, οι οποίοι εξακολουθούν, όπως έχουμε, ήδη, αναφέρει, να χρησιμοποιούν το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας, ως ένα διαρκές εργαλείο εκβιασμού, προκειμένου να διαλύσουν το σημερινό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας και να το ανατάξουν, πλήρως, μετατρέποντάς την σε ένα ερημικό τοπίο, στο οποίο θα "ανθεί" η μεγάλη ανεργία και η διαρκής πενία.

Δυστυχώς, για τα αρχικά και τα μεταγενέστερα πολιτικά τέκνα του Λεωνίδα Κύρκου, ο συστημικός πολιτικός ευρωλιγουρισμός, από τον οποίο διακατέχονται, δεν πρόκειται να τους επιτρέψει να παρατείνουν την παραμονή τους στην κυβέρνηση, όσο και αν οι ξένοι δανειστές δεν αντίκεινται, στους πολιτικούς σχεδιασμούς της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, αφού βλέπουν την παρούσα κυβέρνηση, ως ένα χρήσιμο εργαλείο, για την υλοποίηση της πολιτικής τους, παρά τις όποιες πολιτικές αντιπάθειες, που υπάρχουν, απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, τους συνεργάτες του και τους κυβερνητικούς τους εταίρους.

Βέβαια, αυτά τα πολιτικά παιχνίδια πολιτικής επιβίωσης του παλαιού μπρεζνιεφικού Γιάννη Δραγασάκη και του μεταμοντέρνου μαρξιστή Ευκλείδη Τσακαλώτου και του συνόλου του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης είναι πολύ ακριβά, αφού, προφανέστατα, αυτές οι απονενοημένες έξοδοι στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, για κρατικό δανεισμό, προκειμένου να αποφευχθεί, το καλοκαίρι του 2018, η υπογραφή του 4ου Μνημονίου, με τα υψηλά επιτόκια, που συνοδεύονται και θα εξακολουθήσουν να συνοδεύονται, θα διογκώσουν, ακόμη, περισσότερο, το (σύμφωνα, με την διατύπωση του Δ.Ν.Τ.) "εξαιρετικά, μη βιώσιμο" ελληνικό δημόσιο χρέος.

Αυτό, όμως, είναι αδιάφορο, για τους κυβερνώντες, οι οποίοι δίνουν τον νυν, υπέρ πάντων, αγώνα, για να πείσουν την διεθνή μπατιροτραπεζοκρατία του επίσημου και του σκιώδους τομέα, να δανειοδοτήσει το ελληνικό δημόσιο, χρηματοδοτώντας, έτσι, την εξυπηρέτηση του ελληνικού δημόσιου χρέους.

Μάταιος κόπος.

Η διεθνής μπατιροτραπεζοκρατία δεν πρόκειται να συναινέσει σε αυτή την διαδικασία, χωρίς την σαφή εγγύηση των θεσμικών δανειστών του ελληνικού κράτους (ευρωθεσμοί και Δ.Ν.Τ.), οι οποίοι, βέβαια, θα επιθυμούσαν να φορτώσουν, στους "ιδιώτες επενδυτές", το, όντως, τεράστιο κομμάτι του ελληνικού δημόσιου χρέους, που έχουν επωμισθεί, αλλά δεν το πράττουν, διότι γνωρίζουν ότι υπάρχει αδιέξοδο, αφού το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα απαιτεί σαφείς και συγκεκριμένες εγγυήσεις, από την Ε.Κ.Τ. και τους ευρωθεσμούς, για την ομαλή αποπληρωμή του ελληνικού δημόσιου χρέους, που καλείται να χρηματοδοτήσει.

Και φυσικά, αυτές τις εγγυήσεις, οι ευρωθεσμοί δεν πρόκειται να τις δώσουν.

Ως εκ τούτου, η πολιτική τύχη των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού παραμένει, εξαιρετικά, δυσμενής και κυριολεκτικά, ζοφερή, παρά το γεγονός ότι η μνημονιακή αντιπολίτευση σέρνεται, αφού δεν έχει κάποια πραγματική, ή, έστω και ανύπαρκτη, ως ψευδή, πολιτική πρόταση, απέναντι, στην παρούσα κυβέρνηση, ενώ, την ίδια στιγμή, τα διάφορα κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης δεν είναι ικανά, αλλά και δεν επιθυμούν να παρουσιάσουν, στον πληθυσμό της χώρας, κάποιο πειστικό εναλλακτικό πρόγραμμα. 

Παρά ταύτα, η συνέχεια του ελληνικού δράματος δεν θα είναι χωρίς ενδιαφέρον. Κάθε άλλο. Μπορώ να πω ότι, παρά το σημερινό θλιβερό πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό τοπίο, οι εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν θα είναι, άκρως, ενδιαφέρουσες...